Μελέτες και προτεινόμενες λύσεις για τον μετριασμό και την αντιμετώπιση της διάβρωσης των ακτών στην Κρήτη από το Εργαστήριο Παράκτιας και Θαλάσσιας Έρευνας του ΙΤΕ – Η παραλία του Ρεθύμνου ανάμεσα στο μελετητικό ενδιαφέρον των επιστημόνων
Η διάβρωση των ακτών είναι ένα πρόβλημα που απασχολεί έντονα την Κρήτη τα τελευταία χρόνια, με κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές προεκτάσεις, αλλοιώνοντας το τοπικό οικοσύστημα και επηρεάζοντας τον τουρισμό και την επιχειρηματικότητα. Πρόκειται για ένα φαινόμενο, που ενισχύεται λόγω της ανθρώπινης παρέμβασης και οδηγεί σε υποχώρηση της ακτογραμμής και απομάκρυνση του εδάφους, ενώ προκαλείται από τα κύματα, τα θαλάσσια ρεύματα, την παλίρροια και τον άνεμο. Ουσιαστικά, η διάβρωση έχει παγκόσμιες διαστάσεις, αποτελεί απόρροια της κλιματικής αλλαγής και έχει ως βασικές της συνέπειες την απώλεια παραλιών και υγροτόπων, την καταστροφή των τοπικών οικοσυστημάτων και βιοτόπων και την πρόκληση υψηλής αλατότητας σε υπόγεια νερά και εδάφη. Οι περιβαλλοντικές συνέπειες όλων των παραπάνω βλάπτουν κυρίως τις περιοχές τις προστατευόμενες περιοχές Natura και σε δεύτερο χρόνο το υπόλοιπο κομμάτι της ακτογραμμής του νησιού. Η Κρήτη στο σύνολό της καλύπτεται κατά 34% (της συνολικής έκτασής της) από προστατευόμενες περιοχές, ενταγμένες στο δίκτυο Natura 2000, διαθέτοντας συνεπώς μία ιδιαίτερη ποικιλομορφία και χρήζοντας ειδικής περιβαλλοντικής διαχείρισης. Το ίδιο ισχύει άλλωστε και για το Ρέθυμνο, όπου ένα μεγάλο κομμάτι της παραλίας στην πόλη είναι επίσης ενταγμένο στο δίκτυο. Στην πραγματικότητα, ένα ελάχιστο ποσοστό των ακτών της Κρήτης δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα διάβρωσης των ακτών, με αποτέλεσμα να καταγράφεται ο κίνδυνος για μία ευρύτερη υποβάθμιση του τουριστικού προϊόντος και αλλαγής στη μορφολογία των ακτών.
Γι’ αυτό τον λόγο, το Εργαστήριο Παράκτιας και Θαλάσσιας έρευνας στο ΙΤΕ σε συνεργασία με τον ΟΦΥΠΕΚΑ επιχειρεί να καταγράψει τις επιπτώσεις της διάβρωσης των ακτών στο νησί και να προτείνει μέτρα προστασίας, κυρίως στις περιοχές Natura. Ανάμεσα στις περιοχές που εξετάζονται από το Εργαστήριο είναι και η παραλία του Ρεθύμνου, ενώ οι προτεινόμενες λύσεις επικεντρώνονται στην τεχνητή αναπλήρωση άμμου, στην προστασία αμμοθινών, στην προσεκτική εγκατάσταση κυματοθραυστών και στην ολοκληρωμένη διαχείριση παράκτιων ζωνών, περιορίζοντας παράλληλα την άναρχη δόμηση. Παράλληλα, το εργαστήριο υλοποιεί επίσης ένα «Παρατηρητήριο Ακτών» για την Περιφέρεια Κρήτης, στο πλαίσιο του οποίου μελετώνται και αναλύονται δορυφορικά δεδομένα παρακολούθησης του φαινομένου της διάβρωσης για το σύνολο της Κρήτης. Επιπλέον, σε άμεση συνάρτηση με την αλλοίωση του θαλάσσιου οικοσυστήματος βρίσκεται και το κομμάτι της θαλάσσιας ρύπανσης, από πλαστικά και μικροπλαστικά. Η Κρήτη αποτελεί σημείο υψηλών συγκεντρώσεων απορριμμάτων προερχόμενα από το Αιγαίο, ιδιαίτερα στο Ανατολικό της τμήμα, με αποτέλεσμα να εξετάζονται λύσεις για συστηματικό καθαρισμό των υδάτων και συλλογή απορριμμάτων.
«Ελάχιστες περιοχές της Κρήτης δεν έχουν πρόβλημα διάβρωσης των ακτών»
Προσωρινά ευάλωτο και μακροπρόθεσμα, άμεσα επιζήμιο πρέπει να θεωρείται το τοπικό τουριστικό προϊόν της Κρήτης από το φαινόμενο της διάβρωσης των ακτών, σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Δημήτρης Αλεξανδράκης, ερευνητής του Εργαστηρίου Παράκτιας και Θαλάσσιας Έρευνας του ΙΤΕ. «Εμάς το φαινόμενο μας πειράζει πολύ γιατί οι ακτές και κυρίως οι παραλίες που είναι πιο ευάλωτες είναι αυτές που χρησιμοποιούμε στον τουρισμό, είναι το τουριστικό προϊόν, η βιτρίνα του τουρισμού και ο χώρος που διαφημίζουμε περισσότερο. Είναι μία κατάσταση λοιπόν που μας δημιουργεί προβλήματα, ειδικά όταν μειώνεται το πλάτος μιας ακτής, γιατί μπορεί πλέον να φιλοξενήσει πολύ λιγότερους επισκέπτες», ανέφερε και έθεσε ως παράδειγμα τις παραλίες του Ρεθύμνου, του Ηρακλείου, της Αγία Πελαγίας στη Χερσόνησο και αρκετές παραλίες των Χανίων. «Συνήθως σε όλες αυτές τις παραλίες και όπου υπάρχει περιορισμένη ανθρώπινη δραστηριότητα, όπως η παραλία του Ρεθύμνου που γίνεται από τη μέση της και μετά περιοχή Natura, εκεί κινδυνεύει άμεσα το οικοσύστημα στην παραλία. Κινδυνεύει να αλλοιωθεί σε πρώτη φάση και να αλλάξει μορφή, δηλαδή από καθαρά αμμώδες, αμμοφυλικό σύστημα, με φυτά και βλάστηση, είτε να γίνει ξερή άμμος, είτε να οπισθοχωρήσει κάποια μέτρα», συμπλήρωσε ο κ. Αλεξανδράκης. Στόχος των ερευνών του Εργαστηρίου είναι όχι μόνο να εντοπιστούν οι κατάλληλες και κατά τον δυνατόν άμεσα εφαρμόσιμες λύσεις, αλλά και η εφαρμογή τους. Το επόμενο χρονικό διάστημα μάλιστα θα πραγματοποιηθεί σχετική ενημερωτική ημερίδα, για την παρουσίαση των αποτελεσμάτων του Εργαστηρίου, αναφορικά με ποιες αναδεικνύονται ως οι κυρίαρχες λύσεις στο πρόβλημα. «Στις περιοχές Natura, επειδή πρόκειται για προστατευόμενες και οικολογικά ευαίσθητες ζώνες, οι λύσεις που προτείνονται διαφέρουν ανάλογα με τη φύση και την ένταση του προβλήματος. Σε περιπτώσεις έντονης διάβρωσης μπορεί να εφαρμοστούν ισχυρά τεχνικά έργα, όπως λιμενικές κατασκευές και κυματοθραύστες. Σε ηπιότερες περιπτώσεις προτιμώνται πιο φιλικές λύσεις, όπως άφαλα ή βυθισμένα έργα που μειώνουν την ενέργεια των κυμάτων χωρίς να αλλοιώνουν σημαντικά το τοπίο. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία δίνεται στη σταθεροποίηση των αμμοθινών μέσω προστατευτικών κατασκευών και κατάλληλης βλάστησης, καθώς και στη χάραξη συγκεκριμένων διαδρομών κίνησης των επισκεπτών, ώστε να αποφεύγεται η καταστροφή ευαίσθητων οικοσυστημάτων», εξήγησε ο κ. Αλεξανδράκης. Μάλιστα σε περιοχές που δεν είναι περιοχές Natura μπορούν να εξεταστούν και πιο εντατικές μέθοδοι, όπως οι αναπληρώσεις ακτών, που επιχειρούνται αυτόν τον καιρό στην περίπτωση της Σητείας.
Σύμφωνα με τον κ. Αλεξανδράκη, «Η διάβρωση ακτών εντοπίζεται κυρίως στα βόρεια παράλια, όχι γιατί δεν υπάρχει στα νότια, αλλά γιατί στα βόρεια το βλέπουμε πιο συχνά, επειδή όλη η τουριστική δραστηριότητα είναι εντοπισμένη στη βόρεια ακτή, εκεί είναι πιο εμφανές. Στο βόρειο μέτωπο υπάρχουν και περιοχές που δεν διαβρώνονται οι παραλίες, αλλά οι παράκτιοι κρημνοί, από χαλαρά υλικά και πετρώματα. Εκεί το πρόβλημα της διάβρωσης έχει και μία άλλη διάσταση ευστάθειας πρανών και κατασκευών», σημείωσε. Σε κάθε περίπτωση, «ελάχιστες περιοχές στην Κρήτη δεν έχουν καθόλου πρόβλημα, οι περισσότερες αντιμετωπίζουν κάποιο θέμα», σύμφωνα με τον κ. Αλεξανδράκη, γεγονός που οφείλεται και στον ανθρώπινο παράγοντα. «Ειδικά στη Βόρεια Ακτή, οι κατασκευές που έγιναν σε προηγούμενες δεκαετίες που δεν είχαμε γνώση και δεν υπήρχε το φαινόμενο της διάβρωσης, δεν μπορούσαμε να το αξιολογήσουμε τότε, έγιναν πάρα πολύ κοντά στην ακτή, με παράκτια τοιχεία, με παραλιακούς δρόμους, κακή διαχείριση των περιοχών, και έχουν εντείνει το πρόβλημα». Τέλος, όπως επεσήμανε ο κ. Αλεξανδράκης, «ένα ακόμα μεγάλο πρόβλημα είναι ότι η έλλειψη βροχών έχει μειώσει τα φερτά υλικά που έρχονται στις ακτές, οπότε μειώνεται ακόμα περισσότερο το ισματολογικό ισοζύγιο και την προσφορά ιζήματος. Όλα τα ιζήματα έρχονται από την χερσαία περιοχή. Με το να μειώνονται οι βροχές και να μειώνονται οι απορροές ή να έχουμε μόνο απορροές στιγμιαίες και πολύ έντονες, δεν λειτουργεί το σύστημα όπως λειτουργούσε παλαιότερα». Το συμπέρασμα είναι ότι τόσο η ανθρώπινη παρέμβαση, όσο και η κλιματική αλλαγή, μέσω της αλλαγής διευθύνσεων και έντασης των ανέμων, των ισχυρότερων κυματικών επεισοδίων και της ανόδου της στάθμης της θάλασσας έχει εντείνει την κατάσταση.
Περιοδική συλλογή απορριμμάτων με βάρκες και φυσικός καθαρισμός παραλιών
Μεγάλη εστία συγκέντρωσης απορριμμάτων που εντοπίζονται στα τοπικά θαλάσσια οικοσυστήματα πρέπει να θεωρείται η Κρήτη, με τα απορρίμματα αυτά να προέρχονται ως επί το πλείστον από το Αιγαίο. Τόσο τα πλαστικά, όσο και τα μικροπλαστικά συσσωρεύονται σε ανησυχητικές ποσότητες σε συγκεκριμένες ακτές της Κρήτης, με αποτέλεσμα να αναζητούνται λύσεις περιορισμού, είτε μέσω της μείωσης, είτε μέσω της αλίευσης με τεχνικά μέσα. Σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων ο κ. Αλεξανδράκης, το εργαστήριο του ΙΤΕ, σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κρήτης και την Περιφερειακή Ενότητα Λασιθίου εκτέλεσαν πρόσφατα ένα πρόγραμμα που αφορούσε την Παχιά Άμμο, ένα σημείο με μεγάλη συγκέντρωση πλαστικών, επιχειρώντας ουσιαστικά να προβλέψουν την προέλευση και τον χρόνο παραμονής τους στην περιοχή. «Κάναμε προσομοιώσεις που αφορούσαν στο σύνολο του Αιγαίου και αυτό που είδαμε είναι ότι πλαστικά έρχονται στην περιοχή μας, σχεδόν από όλο το Αιγαίο, κάποια και από τις ακτές της Τουρκίας. Λόγω των βόρειων ανέμων συγκεντρώνονται στις ακτές και υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες ακτές στην Κρήτη, στις οποίες συγκεντρώνονται μεγαλύτερες ποσότητες», ανέλυσε ο κ. Αλεξανδράκης και στη συνέχεια σημείωσε ότι: «Πρέπει να προσπαθήσουμε να το σταματήσουμε στην πηγή, να επιχειρήσουμε να μειώσουμε και εμείς, αλλά και στο σύνολο της χώρας αν είναι δυνατόν, την παραγωγή των πλαστικών αυτών, που είναι η κύρια πηγή απορριμμάτων. Πέρα από αυτό υπάρχουν κάποιοι μέθοδοι συλλογής, όπως η περιοδική συλλογή με δίχτυα από βάρκες, έχουν προταθεί κατά καιρούς και σταθερά δίχτυα, τα οποία όμως έχουν αμφίβολη αποτελεσματικότητα και εξαρτώνται πολύ από τις κλιματικές συνθήκες και την περίοδο συλλογής και απόρριψης των απορριμμάτων». Μία από τις δυναμικότερες λύσεις που βρίσκεται στο επίκεντρο της επιστημονικής κοινότητας, «είναι προγράμματα συλλογής, είτε με την συνεργασία αλιευτικών σκαφών στο ανοιχτό πέλαγος, ώστε να μειωθούν τα απορρίμματα στην παραλία και φυσικά καθαρισμός παραλιών, ώστε να μειωθεί το φαινόμενο της επανατροφοδοσίας της θάλασσας, από πλαστικά που έχουν βγει ήδη στην παραλία και ξαναεπιστρέφουν», κατέληξε τέλος ο κ. Αλεξανδράκης.
rethnea.gr