Οι παραγωγοί σε όλη τη χώρα περιμένουν να ολοκληρωθεί η προκαταβολή της βασικής ενίσχυσης του 2026. Είναι η πρώτη χρονιά όπου τα «ιστορικά» δικαιώματα έχουν πλήρως εξισωθεί μέσα σε κάθε αγρονομική περιφέρεια. Την ίδια ώρα στο Λουξεμβούργο έκλεισε ένα κρίσιμο κεφάλαιο για το τι θα ακολουθήσει.
Στις 26 Οκτωβρίου, μετά από διαπραγμάτευση που ξεπέρασε τις δώδεκα ώρες, οι 27 υπουργοί Γεωργίας συμφώνησαν ομόφωνα στη μερική διαπραγματευτική θέση του Συμβουλίου για την ΚΑΠ 2028–2034. Η συμφωνία είναι σημαντική. Ο χαρακτηρισμός «μερική» όμως δεν είναι τυπικός. Συμφωνήθηκαν οι κανόνες, όχι τα χρήματα.
Τι συμφωνήθηκε και τι έμεινε απ’ έξω
Το κείμενο του Συμβουλίου διατηρεί τη βασική αρχιτεκτονική της πρότασης της Κομισιόν. Ταυτόχρονα μετατρέπει πολλές υποχρεώσεις σε επιλογές των κρατών μελών. Η μεγαλύτερη αλλαγή είναι δομική. Οι δύο πυλώνες της σημερινής ΚΑΠ, οι άμεσες ενισχύσεις και η αγροτική ανάπτυξη, παύουν να υπάρχουν ως ξεχωριστά ταμεία. Εντάσσονται σε ένα ενιαίο Εθνικό και Περιφερειακό Σχέδιο Εταιρικής Σχέσης, μαζί με τη συνοχή, την αλιεία και άλλα κονδύλια.
Όλα τα ζητήματα με δημοσιονομικό αποτύπωμα παραπέμπονται στη διαπραγμάτευση για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο. Εκεί ανήκουν το ύψος του προϋπολογισμού, η φθίνουσα ενίσχυση και το ανώτατο όριο πληρωμών. Ο υπουργός Μαργαρίτης Σχοινάς ανέφερε ότι στο τραπέζι βρίσκονται 293,7 δισ. ευρώ δεσμευμένα για την εισοδηματική στήριξη. Η σημερινή ΚΑΠ διαθέτει 386,6 δισ. ευρώ σε δύο ταμεία. Η σύγκριση δεν είναι ευθεία, γιατί πρόσθετοι πόροι μπορούν να κατευθυνθούν στη γεωργία μέσα από τα εθνικά σχέδια. Αυτό όμως σημαίνει ότι ένα μέρος της αγροτικής χρηματοδότησης θα πρέπει να διεκδικηθεί σε εθνικό επίπεδο, απέναντι σε άλλες δημόσιες προτεραιότητες.
Το 2026 είναι η τελευταία χρονιά της αγοράς δικαιωμάτων!
Μια μεγάλη αλλαγή είναι η το τέλος των δικαιωμάτων. Πάμε πλέον σε ένα μοντέλο πληρωμής σύμφωνα με τα καλλιεργούμενα στρέμματα. Στον πυρήνα της νέας ΚΑΠ βρίσκεται η Φθίνουσα Εκταρική Εισοδηματική Στήριξη (DABIS). Αντικαθιστά τη βασική ενίσχυση, την αναδιανεμητική και τη συμπληρωματική ενίσχυση νέων αγροτών. Η ενίσχυση θα καταβάλλεται απευθείας με βάση τα επιλέξιμα εκτάρια, χωρίς δικαιώματα. Τα έγγραφα του Συμβουλίου μιλούν ρητά για «τέλος των δικαιωμάτων».
Για την Ελλάδα η μετάβαση έχει μια ιδιαιτερότητα. Η σύγκλιση της περιόδου 2023–2026 έχει ήδη ολοκληρωθεί. Με το ΟΣΔΕ 2026 όλα τα δικαιώματα έχουν την ίδια αξία μέσα σε κάθε αγρονομική περιφέρεια, ενδεικτικά 23 ευρώ το στρέμμα στις αροτραίες, 28,2 ευρώ στις δενδρώδεις και 16 ευρώ στους βοσκότοπους. Το σοκ της απώλειας των υψηλών ιστορικών αξιών οι Έλληνες παραγωγοί το έχουν ήδη απορροφήσει.
Η πραγματική αλλαγή του 2028 βρίσκεται αλλού. Το δικαίωμα παύει να είναι περιουσιακό στοιχείο. Σήμερα μεταβιβάζεται, μισθώνεται και πωλείται, συχνά με τίμημα που υπολογίζεται σαν να πρόκειται για πολυετή πρόσοδο. Με βάση την πρόταση της Κομισιόν και τη θέση του Συμβουλίου, κάθε μεταβίβαση που γίνεται από εδώ και πέρα θα αποδώσει ουσιαστικά μία μόνο χρονιά, το ΟΣΔΕ 2027, το τελευταίο έτος της τρέχουσας περιόδου. Όποιος αγοράζει σήμερα δικαιώματα χωρίς γη, ουσιαστικά αγοράζει μία πληρωμή και όχι ένα κεφάλαιο. Αυτό πρέπει να αποτυπώνεται στην τιμή. Το ίδιο ισχύει για τα πολυετή μισθωτήρια που ενσωματώνουν δικαιώματα στο μίσθωμα. Από το 2028 το σκέλος αυτό μένει χωρίς αντικείμενο, και όσο νωρίτερα το αναγνωρίσουν τα δύο μέρη, τόσο λιγότερες θα είναι οι διενέξεις.
Η κατάργηση έχει και θετική πλευρά. Το εθνικό απόθεμα δεν θα χρειάζεται πλέον, και ο νεοεισερχόμενος δεν θα αναζητά δικαιώματα για να ενταχθεί στο σύστημα. Μόνη προϋπόθεση θα είναι η επιλέξιμη έκταση που δηλώνει ο ενεργός αγρότης. Το βάρος της απόδειξης όμως μεταφέρεται εξ ολοκλήρου στους τίτλους ιδιοκτησίας και στα μισθωτήρια. Όπου η νομική κατάσταση της γης είναι θολή, η πληρωμή θα είναι το ίδιο θολή. Ο κανονισμός θα οριστικοποιηθεί στις διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μέχρι στιγμής πάντως δεν έχει διατυπωθεί κάποια πρόβλεψη για μεταβατική διατήρηση των δικαιωμάτων.

Δύο σενάρια για το ελληνικό «τσεκ»
Η κατάργηση των δικαιωμάτων δεν σημαίνει ενιαίο ποσό για όλους. Το συμβιβαστικό κείμενο επιτρέπει διαφοροποίηση της ενίσχυσης με γεωγραφικά, αγρονομικά και άλλα αντικειμενικά κριτήρια. Τη δυνατότητα αυτή είχε ζητήσει και η Ελλάδα. Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, στο εθνικό επίπεδο εξετάζονται δύο κατευθύνσεις. Είναι σενάρια σχεδιασμού και όχι αποφάσεις.
Το πρώτο διατηρεί τις τρεις αγρονομικές περιφέρειες, αροτραίες, δενδρώδεις και βοσκότοπους, με προσαύξηση για τους νέους αγρότες και επιπλέον 10 έως 20 ευρώ το στρέμμα για τις μικρές εκμεταλλεύσεις. Είναι η πιο οικεία λύση και έχει ήδη κοστολογηθεί έως και 1 δισ. ευρώ. Το δεύτερο, που περιγράφεται ως το απλούστερο, καταργεί τη διάκριση ανά περιφέρεια. Προβλέπει ένα οριζόντιο ποσό για όλους τους αγρότες, με στοχευμένες προσαυξήσεις με κριτήρια όπως η νησιωτικότητα, οι περιοχές απολιγνιτοποίησης, οι ακριτικές περιοχές ή οι περιφέρειες με το χαμηλότερο ΑΕΠ, όπως η Ήπειρος και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Στο σενάριο αυτό, τη στήριξη συγκεκριμένων κλάδων θα αναλάβουν ενισχυμένες συνδεδεμένες ενισχύσεις.
Η επιλογή δεν είναι τεχνική. Καθορίζει αν ο ελαιοπαραγωγός της Μεσσηνίας, ο βαμβακοπαραγωγός της Λάρισας και ο κτηνοτρόφος της Ηπείρου θα δουν το «τσεκ» τους να ανεβαίνει ή να πέφτει. Με σταθερό συνολικό φάκελο, κάθε προσαύξηση σε μια ομάδα χρηματοδοτείται από κάποια άλλη.
Η Κομισιόν είχε προτείνει υποχρεωτική μείωση 25% για το τμήμα της DABIS μεταξύ 20.000 και 50.000 ευρώ, κλιμακωτά μεγαλύτερες μειώσεις πάνω από αυτό και ανώτατο όριο 100.000 ευρώ ανά δικαιούχο. Γερμανία, Ιταλία, Τσεχία και άλλες χώρες ζήτησαν να γίνουν προαιρετικά. Το Συμβούλιο άφησε τους λεπτομερείς κανόνες για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο.
Για τη μέση ελληνική εκμετάλλευση το ζήτημα είναι μάλλον θεωρητικό. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο υπολόγισε ότι με μέση ενίσχυση 240 ευρώ ανά εκτάριο, η φθίνουσα ενίσχυση αγγίζει εκμεταλλεύσεις άνω των 83 εκταρίων και το πλαφόν όσες ξεπερνούν τα 875 εκτάρια. Στην Ελλάδα το επίπεδο ενίσχυσης είναι παρόμοιο και ο κλήρος μικρός. Επομένως θα επηρεαστούν κυρίως λίγες μεγάλες εκμεταλλεύσεις με αροτραίες καλλιέργειες ή κτηνοτροφικές μονάδες και νομικά πρόσωπα.
Ενεργός αγρότης, νέοι, μικροί και συνταξιούχοι
Ο ορισμός του ενεργού αγρότη γίνεται υποχρεωτικός για όλα τα κράτη, με περιθώριο εθνικής προσαρμογής. Υποχρεωτική γίνεται επίσης η υψηλότερη DABIS για τους νέους αγρότες. Το νέο «πακέτο εκκίνησης» αφήνει κάθε χώρα να επιλέξει τουλάχιστον τρεις παρεμβάσεις από ένα μενού. Σε αυτό περιλαμβάνονται επιδότηση εγκατάστασης έως 300.000 ευρώ και ένταση στήριξης επενδύσεων έως 85%. Στην Αθήνα, σύμφωνα με δημοσιεύματα, εξετάζεται σημαντική αύξηση του πριμ πρώτης εγκατάστασης.
Το καθεστώς μικροκαλλιεργητών με κατ’ αποκοπή ενίσχυση έως 3.000 ευρώ παραμένει προαιρετικό, όπως ζήτησε η Ελλάδα. Είναι λοιπόν αμφίβολο αν θα ενσωματωθεί στο εθνικό σχέδιο. Ανοιχτό μένει και ένα από τα πιο ευαίσθητα θέματα για την ελληνική ύπαιθρο: ο αποκλεισμός από τη DABIS όσων φτάνουν σε ηλικία συνταξιοδότησης, όπως είχε προτείνει η Κομισιόν μετά από μεταβατική περίοδο. Αρκετοί υπουργοί αντέδρασαν, και ο τελικός σχεδιασμός θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό σε εθνικό επίπεδο.
Ο χρόνος πιέζει…
Ακολουθούν οι τριμερείς διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η κυβέρνηση στοχεύει στην ολοκλήρωσή τους επί λιθουανικής προεδρίας, στο πρώτο εξάμηνο του 2027. Ταυτόχρονα το ελληνικό σχέδιο πρέπει να είναι έτοιμο ώστε η νέα περίοδος να ξεκινήσει ομαλά την 1η Ιανουαρίου 2028.
Το πρόβλημα είναι πρακτικό. Μέσα στο 2027 οι παραγωγοί θα υπογράψουν μισθώσεις, θα αποφασίσουν επενδύσεις και θα σχεδιάσουν καλλιέργειες για χρονιές που θα κριθούν με κανόνες που ακόμη δεν γνωρίζουν. Ένα μισθωτήριο πενταετίας που σήμερα τιμολογεί και τα δικαιώματα, από το 2028 θα τιμολογεί κάτι που δεν θα υπάρχει.
Η συμφωνία του Λουξεμβούργου δεν είναι λόγος ούτε για πανηγυρισμούς ούτε για ανησυχία. Είναι ένα πλαίσιο που αφήνει στην Αθήνα περισσότερη ευελιξία και ταυτόχρονα περισσότερη ευθύνη.
Τρία πράγματα θα έκαναν τη μετάβαση ομαλή.
Πρώτον, η δημοσιοποίηση, μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2027, κοστολογημένων προσομοιώσεων για κάθε σενάριο ανά περιοχή και τύπο εκμετάλλευσης. Έτσι κάθε παραγωγός θα ξέρει τι σημαίνει για τον ίδιο κάθε επιλογή.
Δεύτερον, σαφής ενημέρωση από το ΥΠΑΑΤ ότι οι μεταβιβάσεις δικαιωμάτων αφορούν πλέον μόνο το 2027, ώστε να μην πληρώνονται τιμήματα πολυετίας για κάτι που λήγει. Χρειάζονται και μεταβατικοί κανόνες για τα μισθωτήρια που σήμερα εμπεριέχουν δικαιώματα, ώστε να αποφευχθούν διενέξεις μεταξύ ιδιοκτητών και καλλιεργητών.
Τρίτον, επιτάχυνση της τακτοποίησης της ιδιοκτησιακής κατάστασης της γης. Όταν η ενίσχυση ακολουθεί το στρέμμα, η καθαρότητα του τίτλου γίνεται η καθαρότητα της πληρωμής.
Αν η χώρα αξιοποιήσει τον χρόνο που απομένει, η κατάργηση των δικαιωμάτων μπορεί να σημάνει λιγότερη γραφειοκρατία και περισσότερα χρήματα σε όσους πραγματικά καλλιεργούν.
insider.gr