Έγγραφο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τον δικαστικό έλεγχο των εμπορικών συμφωνιών, πρόσφατες παρεμβάσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (WTO), εμπορικές συμφωνίες με Αυστραλία και MERCOSUR, είναι μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν έναν πόλεμο κατά της ευρωπαϊκής γεωργίας! Και η Κομισιόν έκρυψε έντεχνα στις επίσημες πηγές τον αυτόνομο «πυλώνα» ΚΓΠ όπως παλαιότερα, και τώρα ενσωματώνει τη γεωργία με τη συνοχή και την κοινωνική πολιτική σε ευρύτερα εθνικά-περιφερειακά σχέδια, στερώντας της την αυτοτέλειά της. Ο τίτλος είναι σκληρός, αλλά δεν γεννιέται από το κενό. Η εκτελεστική εξουσία και ορισμένα κράτη μέλη μας ωθούν να σκεφτόμαστε «Γιατί εχθρεύονται τη μόνη και πραγματικά Κοινή Γεωργική Πολιτική;».
Προκύπτει από μια ολοένα πιο καθαρή πολιτική μετατόπιση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι η γεωργία παύει να αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής στρατηγική προτεραιότητα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και εντάσσεται πλέον σε ένα ευρύτερο παζάρι ανταλλαγμάτων, όπου η πρόσβαση τρίτων χωρών στην αγροτική αγορά της ΕΕ χρησιμοποιείται για να ανοίξουν αγορές σε ευρωπαϊκά βιομηχανικά, τεχνολογικά προϊόντα και σε παροχή υπηρεσιών. Αυτό δεν είναι απλή εντύπωση. Αποτυπώνεται πλέον στα ίδια τα κείμενα της Επιτροπής για τον νέο προϋπολογισμό, στη λογική των εμπορικών συμφωνιών της και στην πολιτική γλώσσα που χρησιμοποιεί όταν μιλά για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης1. Πρέπει λοιπόν να πούμε την αλήθεια στους Ευρωπαίους αγρότες για να καταλαβαίνουμε και προς τα πού πάει το καράβι.
Η μεγάλη τομή βρίσκεται στο σχέδιο προϋπολογισμού 2028-2034, όπως το έχουμε τονίσει πολλές φορές. Στα επίσημα κείμενα η Επιτροπή διαβεβαιώνει ότι η ΚΓΠ «θα συνεχίσει να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο». Την ίδια στιγμή όμως προτείνει να παραδοθεί η στήριξη της γεωργίας και των αγροτικών περιοχών μέσα από τα νέα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Συνεργασίας (National and Regional Partnership Plans), δηλαδή από ένα ενιαίο πλαίσιο όπου συνυπάρχουν συνοχή, κοινωνική πολιτική, αγροτική ανάπτυξη και άλλες παρεμβάσεις. Η ίδια η Επιτροπή γράφει ότι η στήριξη στη γεωργία και στις αγροτικές περιοχές θα παρέχεται μέσω αυτών των σχεδίων, που «φέρνουν βασικά χρηματοδοτικά εργαλεία κάτω από μία στέγη», ενώ η «στενότερη ενσωμάτωση» της συνοχής, της κοινωνικής και της αγροτικής χρηματοδότησης θεωρείται πλεονέκτημα. Με απλά λόγια, η ΚΓΠ δεν εμφανίζεται πια ως χωριστός, καθαρά κοινός ευρωπαϊκός πυλώνας, αλλά ως μέρος ενός σύνθετου εθνικο-περιφερειακού μίγματος. Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί θεωρώ ότι η ΚΓΠ βάλλεται από τους ιδρυτές της, και την αποδυναμώνουν, ως μη όφειλαν διαρκώς.
Η ίδια η Επιτροπή παραδέχεται επίσης ότι το εγγυημένο, «ringfenced» τμήμα για εισοδηματική και κρίσιμη στήριξη των αγροτών θα είναι τουλάχιστον 300 δισ. ευρώ, μέσα σε συνολικό φάκελο 865 δισ. ευρώ για τα σχέδια εταιρικής σχέσης. Για τη σημερινή περίοδο 2021-2027, αντιθέτως, η ΚΓΠ εμφανίζεται ακόμη ως σαφώς ορισμένο χρηματοδοτικό σύνολο 386,6 δισ. ευρώ, κατανεμημένο στους δύο παραδοσιακούς πυλώνες της. Επομένως, η Επιτροπή μπορεί να υποστηρίζει ότι η γεωργία εξακολουθεί να προστατεύεται, αλλά η αλήθεια είναι πως η αρχιτεκτονική αλλάζει ριζικά: από μια χωριστή κοινή πολιτική με διακριτή δημοσιονομική ταυτότητα περνάμε σε μια πολιτική με στενότερα εγγυημένο πυρήνα και ευρύτερη εξάρτηση από εθνικούς σχεδιασμούς και πολιτικές προτεραιότητες. Η ακριβής σύγκριση δεν είναι απολύτως ευθεία, επειδή οι νέοι κανόνες αλλάζουν κατηγορίες δαπανών, αλλά η αίσθηση δημοσιονομικής συρρίκνωσης της αυτοτελούς ΚΓΠ είναι απολύτως κατανοητή και τροφοδοτείται από τα ίδια τα κείμενα της Επιτροπής2.
Το δεύτερο, ακόμη σοβαρότερο, ζήτημα είναι η εμπορική πολιτική. Στη συμφωνία ΕΕ-MERCOSUR η Επιτροπή προβάλλει με εντυπωσιακή ειλικρίνεια τις βιομηχανικές και γεωοικονομικές επιδιώξεις της: τονίζει ότι η συμφωνία θα μειώσει δασμούς για αυτοκίνητα, μηχανήματα και φαρμακευτικά, εξοικονομώντας για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πάνω από 4 δισ. ευρώ ετησίως, θα ανοίξει δημόσιες συμβάσεις, θα ενισχύσει τις αλυσίδες αξίας και θα εξασφαλίσει πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Μόνο αφού απαριθμήσει αυτά τα οφέλη για τη βιομηχανία και την οικονομική ασφάλεια της Ευρώπης, περνά στις διαβεβαιώσεις ότι οι ευαίσθητοι αγροτικοί τομείς θα προστατευθούν. Αυτό ακριβώς είναι η ουσία της κριτικής: η γεωργία μετατρέπεται σε προϊόν ανταλλαγής για να πετύχει η Ευρώπη καλύτερους όρους για τη βιομηχανία, την εξαγωγική της ισχύ και τη στρατηγική της αυτονομία.
Βεβαίως, η Επιτροπή αντιλέγει ότι οι εισαγωγές θα είναι περιορισμένες, καθώς και ότι υφίστανται ρήτρες ασφαλείας. Όμως αυτή είναι η μία όψη. Η άλλη είναι ότι κάθε νέα παραχώρηση συσσωρεύεται πάνω σε προηγούμενες, ασκώντας συνεχή πίεση στις πιο ευαίσθητες ευρωπαϊκές παραγωγές, ειδικά όταν οι Ευρωπαίοι αγρότες λειτουργούν με πολύ βαρύτερες περιβαλλοντικές, υγειονομικές και εργασιακές υποχρεώσεις. Κάποιος λοιπόν πρέπει να τονίσει στις Βρυξέλλες να πάψουν να χρησιμοποιούν την αγροτική αγορά ως εργαλείο διαπραγμάτευσης.
Η ίδια τάση επανεμφανίζεται τώρα και στην Αυστραλία. Στις 24 Μαρτίου 2026 η Επιτροπή ολοκλήρωσε τις διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών με την Καμπέρα. Την ίδια ημέρα η Copa-Cogeca κατηγόρησε ευθέως την Επιτροπή ότι χρησιμοποιεί για μία ακόμη φορά την ευρωπαϊκή γεωργία ως «διαπραγματευτικό χαρτί – bargaining chip» για ευρύτερους εμπορικούς και πολιτικούς στόχους, προειδοποιώντας για μη βιώσιμες συνέπειες σε ευαίσθητους τομείς3. Το ότι αυτή η κριτική έρχεται από την κύρια ευρωπαϊκή οργάνωση αγροτών και συνεταιρισμών έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Δείχνει ότι η ανησυχία δεν είναι εθνική ιδιοτροπία, αλλά πανευρωπαϊκός φόβος: ότι η Επιτροπή, στο όνομα της γεωπολιτικής, της ασφάλειας εφοδιασμού και της ανταγωνιστικότητας, ζητεί ξανά από τη γεωργία να πληρώσει τον λογαριασμό.
Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και θεσμική.
Συμπερασματικά πρέπει να πούμε ότι, η πορεία τέτοιων συμφωνιών δεν είναι μονόδρομος. Υπάρχει νομικός και πολιτικός χώρος για αμφισβήτηση, ειδικά όταν εγείρονται σοβαρά ζητήματα αναλογικότητας, θεσμικής ισορροπίας, προστασίας ευαίσθητων κλάδων και ουσιαστικού σεβασμού της κοινής φύσης της ΚΓΠ.
Το πιο αποκαλυπτικό, ωστόσο, είναι το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται όλα αυτά. Η Επιτροπή μιλά σήμερα σχεδόν αδιάκοπα για ανταγωνιστικότητα, οικονομική ασφάλεια, πρόσβαση σε πρώτες ύλες, αμυντική ετοιμότητα και γεωπολιτική ισχύ. Στον ίδιο αυτόν ορίζοντα, δημοσιεύματα για τον ΠΟΕ και για τη νέα αμερικανική στρατηγική ασφαλείας περιγράφουν ένα διεθνές περιβάλλον όλο και πιο συγκρουσιακό, όπου η Ευρώπη αισθάνεται ότι πρέπει να απαντήσει με εξωστρέφεια και εμπορική κινητικότητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η γεωργία δεν αντιμετωπίζεται ως βάση κυριαρχίας και αυτάρκειας, αλλά ως μεταβλητή διαπραγμάτευσης. Αυτό σημαίνει ότι η νέα λογική δεν δίνει προτεραιότητα στην αυτάρκεια, ή στη σταθερότητα του αγροτικού εισοδήματος και στην ενιαία ευρωπαϊκή προστασία της παραγωγής. Μη φορτώνετε άλλο το γαϊδούρι της ΚΓΠ!
1 https://commission.europa.eu/strategy-and-policy/eu-budget/long-term-eu-budget/eu-budget-2028-2034_en
3 http://www.copa-cogeca.eu/ Ref. COMM(26)00637 24/03/2026
rethnea.gr