Οι πρόσφατες κοινές ανακοινώσεις του Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και της διοίκησης του ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ» για την ανάγκη αναδιάρθρωσης του συστήματος ελέγχου και πιστοποίησης των βιολογικών προϊόντων προκαλούν εύλογο προβληματισμό και ανησυχία.
Όχι επειδή αναδεικνύουν προβλήματα, αλλά επειδή επιβεβαιώνουν προβλήματα γνωστά εδώ και χρόνια. Σήμερα το Υπουργείο μιλά για ενίσχυση ιχνηλασιμότητας, αποτελεσματικότερους ελέγχους, αυστηρότερη εποπτεία, κοινό πλαίσιο κυρώσεων και εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας. Με άλλα λόγια, περιγράφει ένα σύστημα που δεν λειτούργησε όπως όφειλε.
Οι διαπιστώσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προέρχονται από την ίδια την πολιτική και διοικητική ηγεσία που είχε την ευθύνη σχεδιασμού, εφαρμογής και εποπτείας του.
Η ΠΟΓΕΔΥ δεν αισθάνεται δικαιωμένη από αυτή την παραδοχή. Αισθάνεται όμως την υποχρέωση να υπενθυμίσει ότι τα προβλήματα αυτά δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά το 2026.
Εδώ και χρόνια είχαμε επισημάνει ότι η απομάκρυνση των δημόσιων γεωτεχνικών υπηρεσιών από τον πυρήνα εφαρμογής των μέτρων βιολογικής παραγωγής, η υποβάθμιση του επιστημονικού ρόλου των ΔΑΟΚ, η απουσία ουσιαστικής συμμετοχής γεωτεχνικών συμβούλων και η αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδο.
Μόλις πριν έναν χρόνο ζητήσαμε την υποχρεωτική συμμετοχή γεωτεχνικών συμβούλων στη νέα πρόσκληση της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας. Η παρέμβαση αγνοήθηκε.
Λίγους μήνες αργότερα ακολούθησε το φιάσκο της ακύρωσης δράσεων στη βιολογική κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία — αποτέλεσμα διοικητικού χάους, πρόχειρων επιλογών και αλλοπρόσαλλων παρεμβάσεων σε ένα ήδη αποδυναμωμένο σύστημα.
Σήμερα το Υπουργείο αναγνωρίζει την ανάγκη βαθιών αλλαγών. Ανακύπτουν, όμως, εύλογα ερωτήματα:
- Γιατί δεν εισακούστηκαν εγκαίρως οι προειδοποιήσεις;
- Γιατί δεν έγιναν οι αναγκαίες παρεμβάσεις όταν υπήρχε χρόνος;
- Ποιες ήταν οι επιπτώσεις στην ποιότητα των προϊόντων και στα δημόσια και ευρωπαϊκά κονδύλια;
- Πώς παρουσιάζονται ως «νέες» μεταρρυθμίσεις όσα ζητούνται επί χρόνια;
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι σαφής: απαιτεί ισχυρή δημόσια εποπτεία και αποτελεσματικό έλεγχο. Οι οργανισμοί πιστοποίησης είναι τμήμα του συστήματος — όχι υποκατάστατό του.
Η ευθύνη για τη συνοχή, τον συντονισμό και την αξιοπιστία ανήκει πρωτίστως στις αρμόδιες αρχές: στο ΥΠΑΑΤ, τον ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ» και το ΕΣΥΔ.
Ήδη από τον Οκτώβριο του 2025 είχαμε προειδοποιήσει για κρίση εμπιστοσύνης και είχαμε ζητήσει αλλαγές στο μοντέλο λειτουργίας («τετράγωνο» Υπουργείο – ΕΛΓΟ – ΕΣΥΔ – Φορείς Πιστοποίησης). Δυστυχώς, χρειάστηκε μία ακόμη κρίση για να επανέλθει το ζήτημα στην επικαιρότητα.
Η συζήτηση, επομένως, δεν μπορεί να περιορίζεται στους παραγωγούς ή στους φορείς πιστοποίησης. Οφείλει να επεκταθεί και στις πολιτικές επιλογές και ευθύνες που διαμόρφωσαν το υφιστάμενο μοντέλο διοίκησης, ελέγχου και εποπτείας.
Η αποκατάσταση της αξιοπιστίας προϋποθέτει:
- επιστροφή της επιστημονικής γνώσης και της γεωτεχνικής ευθύνης στον πυρήνα του συστήματος,
- ισχυρές ΔΑΟΚ με εμπλοκή τόσο στις δράσεις-προγράμματα των βιολογικών, όσο και στον δειγματοληπτικό έλεγχο των παραγωγών και οργανισμών (με προοπτική επαναφοράς αυτών ως οργανικών μονάδων του Υπουργείου),
- ενεργούς γεωτεχνικούς συμβούλους με σαφείς αρμοδιότητες και ευθύνες,
- και ελέγχους που προλαμβάνουν, αντί να καταγράφουν εκ των υστέρων αποτυχίες.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μία εξαγγελία χωρίς περιεχόμενο. Χρειάζεται να διδαχθεί από τα λάθη που η ίδια σήμερα παραδέχεται.
Αυτό προϋποθέτει κάτι που λείπει από τις πρόσφατες ανακοινώσεις: ειλικρινή αποτίμηση των αιτιών και ανάληψη ευθύνης από κάθε κρίκο της διοικητικής αλυσίδας.
Η ΠΟΓΕΔΥ θα συνεχίσει να υπερασπίζεται ένα πραγματικά αξιόπιστο σύστημα βιολογικής παραγωγής, με ισχυρό δημόσιο έλεγχο και πλήρη διαφάνεια.
Γιατί η αξιοπιστία των βιολογικών προϊόντων δεν διασφαλίζεται με διακηρύξεις, αλλά με θεσμούς που λειτουργούν, ελέγχους που εφαρμόζονται και διοίκηση που αναλαμβάνει τις ευθύνες της.