email:

info@agrocretanews.gr

Τρίτη, 2 Ιουνίου, 2026

Επικοινωνία

info@agrocretanews.gr

Ο ρόλος του ελαιολάδου στην οικονομία της Κρήτης την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας

Τον 17ο αι. η βενετική κυβέρνηση προσπάθησε να ενθαρρύνει το εμπόριο του ελαιολάδου και την ανάπτυξη ελαιοπιεστηρίων προκειμένου να ανακόψει την οικονομική παρακμή που είχε επέλθει ως συνέπεια της κάμψης στο εμπόριο του κρασιού και της έλλειψης στην παραγωγή σιτηρών. Την περίοδο αυτή, η Βενετία είχε πλέον απωλέσει το μονοπώλιο του μεσογειακού εμπορίου, όπου δυναμικά έκαναν την εμφάνισή τους οι Γάλλoι έμποροι. Το ενδιαφέρον των τελευταίων είχε στραφεί στο κρητικό ελαιόλαδο, με στόχο την τροφοδότηση των σαπωνοποιείων στη Μασσαλία. Ως αποτέλεσμα, εν μέρει των μεταβολών στις διεθνείς αγορές και εν μέρει των συνεπειών της βενετσιάνικης αρχικά και της οθωμανικής κατόπιν, πολιτικής σχετικά με την αγροτική παραγωγή, η αλλαγή πολιτικού επικυρίαρχου στην Κρήτη στα μέσα του 17ου αι. συνοδεύτηκε από σημαντικές αλλαγές στη γεωργία του νησιού.

Η ΕΛΑΙΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
Οι γνώσεις μας για την ελαιοκαλλιέργεια στην Κρήτη κατά την οθωμανική εποχή προέρχονται από κείμενα περιηγητών και από οθωμανικά ιεροδικαστικά έγγραφα (sicil defterleri), μέρος των οποίων μεταφράστηκαν και δημοσιεύθηκαν από τον αείμνηστο Νικόλαο Σταυρινίδη. Αφορούν κυρίως στην τιμή του λαδιού στην αγορά του Χάνδακα και σε δημοσιονομικές διατάξεις που ρύθμιζαν τους όρους εξαγωγής του. Από την άλλη πλευρά, το υλικό των γαλλικών αρχείων σχετικά με τους όρους αγοράς και μεταφοράς του κρητικού λαδιού στις αγορές της Γαλλίας τον 18 ο αι. είναι πλουσιότερο και συνεχές. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι, λόγω του είδους των στοιχείων που έχουν καταγραφεί, οι σχετικές δημοσιευμένες μελέτες επικεντρώνουν αναγκαστικά το ενδιαφέρον τους στο λάδι που ήταν διαθέσιμο για εμπόριο ως προϊόν εξαγωγής ή ως πρώτη ύλη για τα σαπωνοποιεία. (Evangelia Βalta, «Oil Cultivation in Crete at the time of the Ottoman Conquest»). Η άνοδος της ελαιοκαλλιέργειας στην Κρήτη αρχίζει κατά τον 16 ο αι., όταν η Βενετία απώλεσε τις
ελαιοπαραγωγικές κτήσεις της στην Πελοπόννησο, τη Μεθώνη και την Κορώνη. Όπως είχαμε δει στο προηγούμενο δημοσίευμά μας (Ρεθεμνιώτικα Νέα, φ. 23/5/2026), η απογραφή του 1670 παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την παραγωγή λαδιού κατά τη μετάβαση από την Ενετική στην Οθωμανική κυριαρχία.

Κατ᾽αρχάς, παρατηρείται ότι η πλειονότητα των ελαιοδέντρων βρίσκεται σε περιοχές με χαμηλό υψόμετρο. Αντίθετα, σε υψηλό υψόμετρο, ο αριθμός των ελαιοδέντρων μειώνεται. Επίσης παρατηρείται ότι κάποια ελαιόδεντρα είναι διασκορπισμένα, ενώ άλλα σχηματίζουν ελαιώνες. Ο Τουρνεφόρ στα περίχωρα των Χανίων αναφέρει «δάση από ελιές». Τα κυρίως ελαιοπαραγωγικά κέντρα στην Κρήτη βρίσκονταν στη βορειοδυτική ακτή του νησιού, στις περιοχές των Χανίων, της Κισσάμου, του Αποκόρωνα και του Ρεθύμνου. Σε μικρότερη κλίμακα, ελαιόδεντρα καλλιεργούνταν στο Μιραμπέλο και την Ιεράπετρα. Στις βόρειες πλαγιές του Ψηλορείτη με το ψυχρό του κλίμα, λόγω του ότι τότε στην κορυφή του το χιόνι διατηρούνταν καθόλο το έτος, ελάχιστα ελαιόδεντρα υπήρχαν σε υψόμετρο άνω των 600 μ. στα χωριά του Μυλοποτάμου. Στο οροπέδιο Λασιθίου, σε υψόμετρο 850 μ. στο χωριό Τζερμιάδο είχε καταγραφεί ένα μόνο ελαιόδεντρο, ενώ κανένα δέντρο δεν υπήρχε στους άλλους 12 οικισμούς του ναχιγιέ του Λασιθίου. Στο χωριό Μάλλες της Ιεράπετρας (580 μ.), που προστατεύεται από τα Λασιθιώτικα όρη, υπήρχαν 10.760 ελαιόδεντρα. Ο Τουρνεφόρ είχε εντυπωσιαστεί από τον μεγάλο αριθμό άγριων ελαιοδέντρων έξω από αυτό το χωριό, στις πλαγιές του βουνού και κοντά στα χιόνια. Να σημειωθεί ότι, όταν είχε φτάσει εκεί, ήταν Ιούνιος και τα χιόνια δεν είχαν λιώσει.
Αντίθετα, στη βόρεια πλευρά του νησιού, στην περιοχή του ορεινού Μυλοποτάμου και σε οικισμούς που βρίσκονται σε παρόμοιο υψόμετρο με τις Μάλλες, η καλλιέργεια της ελιάς είτε ήταν ανύπαρκτη, είτε καταγράφηκε σε πολύ περιορισμένη έκταση: στην περιοχή των οικισμών Κάλυβος, Κράνα, Λιβάδια
και Ζωνιανά καταγράφηκαν συνολικά 117 ελαιόδεντρα, ενώ λίγο ανατολικότερα, στα Ανώγεια και στα Σίσαρχα, η ελιά δεν καλλιεργούνταν καθόλου. Σε αυτή την περιοχή, καθοριστικό ρόλο στο τοπικό κλίμα διαδραματίζουν οι βόρειοι άνεμοι, από τους οποίους δεν υπάρχει φυσική προστασία, ενώ στα νότια
όλων των παραπάνω οικισμών υψώνεται η οροσειρά του Ψηλορείτη, περιορίζοντας έτσι την επίδραση του ζεστού νοτιά στο κλίμα τους. Ξεκάθαρα είναι τα δεδομένα στα 1670 και για την περιοχή του ορεινού ναχιγέ του Λασιθίου, οι οικισμοί του οποίου βρίσκονται στο σύνολό τους σε υψόμετρο άνω
των 800 μέτρων. Από τους 14 οικισμούς-φοροδοτικές μονάδες στο κατάστιχο ΤΤ825, οι δώδεκα δεν διέθεταν ελαιόδεντρα. Μόνο μία ελιά καταγράφηκε στο χωριό Τζερμιάδο και 138 στους Απάνω και Κάτω Ποταμούς. Στο κτηματολόγιο του 1670, η απόδοση κάθε ελαιοδέντρου εκτιμάται στις 5 οκάδες λάδι. Στις περιοχές του Μυλοποτάμου, του Αμαρίου, του Αγ. Βασιλείου και σε έναν αριθμό οικισμών του Ρεθύμνου, η απόδοση εκτιμάται στις 10 οκάδες ανά δέντρο. Αυτό ήταν μια αξιοσημείωτη εξαίρεση. Η ετήσια απόδοση σχετιζόταν με την ηλικία των δέντρων: 5 οκάδες λάδι ήταν η μέση απόδοση των
δέντρων ηλικίας μέχρι 15 ετών, ενώ ένα δέντρο 50 ετών στη Μεσσαρά μπορούσε να δώσει έως 8 οκάδες λάδι το χρόνο. Είναι πιθανό η υψηλή εκτίμηση στην περιοχή του Ρεθύμνου να συνδέεται με τη χωρική συγκέντρωση της ελαιοκαλλιέργειας κατά τα τελευταία χρόνια της βενετοκρατίας. Λίγα χρόνια μετά την κατάκτηση του Ρεθύμνου, μικρά και μεγάλα ελαιόδεντρα αναφέρονται σε αρόσιμες εκτάσεις. Καθώς το ελαιόδεντρο αποδίδει καλές σοδειές κάθε δύο χρόνια, η φορολογική πολιτική των Οθωμανών ενθάρρυνε την ανάπτυξη της καλλιέργειας της ελιάς καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. 732.193 ελαιόδεντρα είχαν καταμετρηθεί στην Κρήτη το 1670, ενώ τον 19 ο αι. έφθασαν τα 7.000.000 (βλ. Μ. Περάκης, Κρήτη, το νησί των προσαρμογών, σ. 210).

Η εικόνα ως προς τη διασπορά των ελαιόδεντρων στο χώρο, όπως αυτή προκύπτει από τα φορολογικά κατάστιχα του 1670, φαίνεται πως διατηρήθηκε και κατά τον 18 ο αιώνα, αν και ο συνολικός αριθμός των δέντρων ήταν οπωσδήποτε μεγαλύτερος μετά την επικράτηση του λαδιού ως βασικό εξαγώγιμο
προϊόν του νησιού και την παράλληλη ανάπτυξη της σαπωνοποιίας. Αναφορικά με την τελευταία, δεν καταγράφονται πληροφορίες στις οθωμανικές πηγές του 17ου αιώνα. Τα ελαιοπαραγωγικά κέντρα του νησιού κατά τον 18ο αιώνα φαίνεται πως ταυτίζονται με όσα καταγράφηκαν κατά τη δεύτερη
οθωμανική απογραφή. Η περιοχή της δυτικής Κρήτης, τα Χανιά κατά κύριο λόγο, όπου εντοπίζονταν οι μεγαλύτεροι ελαιώνες, και έπειτα το Ρέθυμνο, παρήγαν τις μεγαλύτερες ποσότητες λαδιού. Ακολουθούσαν οι περιοχές της Σητείας και της Ιεράπετρας, ενώ τα δεδομένα για το εμπόριο της
περιοχής του Χάνδακα οδηγούν στο συμπέρασμα πως δεν εντοπιζόταν εκεί εκτεταμένη ελαιοκαλλιέργεια. Οι πληροφορίες αναφορικά με τα μεγέθη της καλλιέργειας από τα τέλη του 19ου αιώνα και τα πρώτα χρόνια του 20ού, φανερώνουν ραγδαία αύξηση (συγκριτικά με τα αντίστοιχα του
17ου αιώνα), με τον μεγαλύτερο αριθμό ελαιοδέντρων να συγκεντρώνεται πλέον στην ανατολική Κρήτη. Ωστόσο, η παραγωγικότητα των δέντρων του δυτικού τμήματος παρέμενε μεγαλύτερη.

Από τις ιεροδικαστικές καταχωρίσεις του δεύτερου μισού του 17ου αιώνα αντλούνται περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με τη διασπορά των ελαιόδεντρων στο χώρο αλλά και με το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Τα ελαιόδεντρα βρίσκονταν τόσο διάσπαρτα εντός των χωραφιών όσο και με τη μορφή ελαιώνων, όπως τα «δάση από ελαιόδεντρα» που αντίκρυσε ο Tournefort στα περίχωρα των Χανίων, η ύπαρξη των οποίων φαίνεται πως επιβεβαιώνεται σε αυτούς τους οικισμούς και από τα δεδομένα της απογραφής του 1670. Από ένα πλήθος εγγράφων σχετικών με αγοραπωλησίες, δωρεές και διενέξεις για γη που περιλάμβανε ελαιόδεντρα, προκύπτουν πληροφορίες αναφορικά με τη μέγιστη πυκνότητα εμφύτευσης των δέντρων. Η μεγαλύτερη πυκνότητα που απαντάται είναι τα 130 ελαιόδεντρα εντός ενός χωραφιού 3,5 μουζουριών, το οποίο πούλησε σε χριστιανό στα 1673 στο χωριό Ανώγεια Ρεθύμνου ο μητροπολίτης Νεόφυτος Πατελάρος. Στην ίδια συμβολαιογραφική πράξη περιλαμβάνεται πώληση και άλλων αγροτεμαχίων στον ίδιο οικισμό, σε κάποια από τα οποία περιέχονταν επίσης ελαιόδεντρα, ενώ επιπλέον 14 ελαιόδεντρα περιλαμβάνονταν σε έναν αμπελώνα έκτασης 30 εργατών.
Στα ίδια υψηλά επίπεδα κυμαίνεται και η πυκνότητα που προκύπτει από την πώληση μισού μουζουριού γης με 18 ρίζες ελαιόδεντρων στο Ξηρό Χωριό Ρεθύμνου το 1654. Χαρακτηριστικό της διάδοσης της ελαιοκαλλιέργειας στην περιοχή του Ρεθύμνου είναι και ένα έγγραφο του 1671, σύμφωνα με το οποίο ο μουτεβελής του τζαμιού του Αμπντουραχμάν Αγά στο Χάνδακα προέβη σε μεγάλη επένδυση σε γη στο χωριό Αμνάτος, αγοράζοντας πέντε χωράφια και έναν ελαιόμυλο, αντί 300 ασλανιών γροσιών. Σε όλα τα χωράφια περιλαμβάνονταν ρίζες ελαιόδεντρων: 60 στο πρώτο, η έκταση του οποίου δεν καταγράφεται, εννέα στο δεύτερο, έκτασης ενός στρέμματος, 34 στο τρίτο, έκτασης τριών στρεμμάτων, 35 στο τέταρτο, έκτασης δύο στρεμμάτων και 25 στο πέμπτο, έκτασης ενός στρέμματος. Στα 1688, στο χωριό Χαμαλεύρι ένα χωράφι 80 μουζουριών με 500 περίπου ελαιόδεντρα και τα εξαρτήματά του, αποτελούμενα από διάφορα οικήματα και αντικείμενα, πωλήθηκαν προς 1.215 ασλάνια γρόσια (Γιώργος Βίδρας, Άνθρωποι, χώρος, καλλιέργειες. Η αγροτική οικονομία της Κρήτης κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, Διδακτορική Διατριβή).

Η ΑΝΑΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821
Οι Νukhet και Nuri Adiyeke («Oil Production in Crete in 19 th Century») παρατηρούν ότι η παραγωγή ελαιολάδου στην Κρήτη ήταν το κύριο επάγγελμα μουσουλμάνων και χριστιανών και ότι η ποιότητα του προϊόντος έκαμε την Κρήτη γνωστή στις παγκόσμιες αγορές. Η δε ελιά αποκαλούνταν «ιερό
δέντρο» (secr-I mubarek).

Ένας μεγάλος αριθμός ελαιοδέντρων καταστράφηκε και πυρπολήθηκε στην επανάσταση του 1821, καθώς και σ᾽εκείνες που ακολούθησαν.

H αλλαγή της ιδιοκτησίας ελαιοδέντρων αναφέρεται από το 1821-1840, όταν η οθωμανική διοίκηση δήμευσε τις ιδιοκτησίες όσων πήραν μέρος στην επανάσταση, και εκείνων που πέθαναν χωρίς κληρονόμους. Εκείνα τα χρόνια, ένας μεγάλος αριθμός ελαιοδέντρων, καθώς και άλλες περιουσίες, περιήλθαν στο δημόσιο ταμείο και στη συνέχεια, αυτά τα δέντρα πωλήθηκαν σε πλειστηριασμό, όπου ως υποψήφιοι αγοραστές συμμετείχαν και χριστιανοί. Τέσσερις τύποι ελιάς καλλιεργούνταν: οι χοντρολιές, οι τσουνάτες, οι λιανολιές και επίσης οι μηλολιές, που έμοιαζαν με μικρά μήλα και συλλέγονταν για κατανάλωση ως βρώσιμες.

Σύμφωνα με τον σαλναμέ (επετηρίδα) του 1892, οι γυναίκες που μάζευαν τις ελιές έπαιρναν ένα μέρος της παραγωγής. Γάλλος περιηγητής που ήρθε στην Κρήτη στις αρχές του 19 ου αι., σημείωσε ότι οι μαζώχτρες ήταν συνήθως φτωχές και έπαιρναν ένα λίτρο λάδι από τα 50 της παραγωγής. Η ελιά αποδίδει αρκετό καρπό κάθε δύο χρόνια. Λέγεται ότι η ελιά δίνει το μάξιμουμ της απόδοσης κάθε 15 χρόνια. Σύμφωνα με την απογραφή του 1670, μετά την πτώση του Χάνδακα, 666.015 ελαιόδεντρα είχαν καταμετρηθεί. Τα δέντρα έξω από το Ρέθυμνο έδιδαν 10 οκάδες λάδι το χρόνο. Το συνολικό ποσό ελαιολάδου που παράγονταν στο νησί ήταν 3.759.090 οκάδες. Το δέκατο της παραγωγής λαδιού φορολογούνταν και το ελαιοτριβείο πλήρωνε 40 άσπρα το χρόνο. Το 1890, όταν φορολογική μεταρρύθμιση όρισε οι δεκάτες του λαδιού να πληρώνονται ανά δέντρο, καταμετρήθηκαν στο νησί 6.000.000 ελαιόδεντρα, που σημαίνει ότι ο αριθμός των ελαιοδέντρων είχε αυξηθεί 10 φορές από τις αρχές της οθωμανικής κυριαρχίας. Στον σαλναμέ του 1892 αναφέρεται ότι η βελτίωση στην παραγωγή του λαδιού είχε ως αποτέλεσμα να παράγεται περισσότερο λάδι: η αναλογία εκτιμάται σε ένα κιλό λάδι ανά 5 κιλά ελιές. Η συνεχής διακύμανση στο ύψος της σοδειάς (π.χ. 55.000.000 κιλά το έτος 1886-1887, αλλά 12.000.000 κιλά το έτος 1887-1888) επηρέαζε το εμπόριο και την οικονομική κατάσταση του αγροτικού πληθυσμού. Στις κακές χρονιές, οι αγρότες μόλις που τα έβγαζαν πέρα, αφού τα έσοδά τους επαρκούσαν μόνο για βιοπορισμό και πληρωμή των φόρων.

ΤΑ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ
Από το 1830 έως το 1840, όταν η Κρήτη βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Μεχμέτ Αλή πασά, τα ελαιοτριβεία λειτουργούσαν ως μονοπώλια. Οι παραγωγοί έπρεπε να πάνε τις ελιές τους σε αυτά και να πληρώσουν ένα ποσό για φόρο. Τα ελαιοτριβεία ιδιωτών επαναλειτούργησαν μετά το τέλος της
αιγυπτιοκρατίας. Στα τέλη του 19ου αι. τα ελαιοτριβεία στο νησί έφταναν τα 3.400. Σύμφωνα με τον σαλναμέ του 1876, ο αριθμός των ελαιοτριβείων ήταν όπως αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα.

Εσωτερικό του μεγάλου ελαιοτριβείου στο Μαρουλά, ιδιοκτησίας Κεμάλ μπέη Ουσταδάκη

Το ελαιόλαδο είχε αναδειχθεί ως το πλέον σημαντικό εξαγώγιμο προϊόν. Το 1890, για παράδειγμα, η αξία των εξαγωγών έφτασε τα 55.000.000 φράγκα, ενώ μόνο από το λιμάνι του Ηρακλείου ήταν 8.116.000 φράγκα. Μεγάλο μέρος τους κατευθυνόταν στη Μασσαλία, όπου χρησιμοποιούνταν ως πρώτη ύλη στα περίφημα σαπωνοποιεία. Το λάδι εξαγόταν επίσης στη Θεσσαλονίκη, την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια, την Οδησσό και το Λονδίνο. Η πιό σημαντική παρέμβαση στην παραγωγή του ελαιολάδου ήταν για να καλύψει τις ανάγκες της Κωνσταντινούπολης. Η κεντρική διοίκηση παρενέβαινε συχνά στη ροή των εξαγωγών, εκδίδοντας διαταγές που όριζαν ότι η εξαγωγή λαδιού θα αρχίσει μόλις καλυφθούν οι ανάγκες της Κωνσταντινούπολης. Τον Ιούλιο του 1818 για παράδειγμα, σχετική διαταγή ζητούσε 2.500 καντάρια λαδιού.

ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΣΑΠΟΥΝΙ
Το δεύτερο σημαντικό οικονομικά, σχετικό με το λάδι προϊόν, ήταν το σαπούνι. Εκείνο μάλιστα του Ηρακλείου ήταν το πιό δημοφιλές στην Ανατολή.
Η παραγωγή σαπουνιού αρχίζει στις αρχές του 18 ου αι. Το 1723 έξι βιοτεχνίες σαπουνιού λειτουργούν στο Ηράκλειο. Το 1794 έχουν φθάσει τις 15, ενώ από 7 λειτουργούν στα Χανιά και στο Ρέθυμνο. Το 1876 οι βιοτεχνίες σαπουνιού στην Κρήτη ανέρχονται σε 50: 21 στα Χανιά, 7 στο Ρέθυμνο, 2 στο
Καστέλλι Κισσάμου και 20 στο Ηράκλειο.

Η Αίγυπτος και άλλες οθωμανικές επαρχίες ήταν σημαντικές αγορές κρητικού σαπουνιού. Έχει σταθμιστεί ότι το ήμισυ της συνολικής ποσότητας σαπουνιού που καταναλωνόταν στην Κωνσταντινούπολη, προερχόταν από την Κρήτη. Πιο σημαντικές ακόμη ήταν οι ευρωπαϊκές αγορές. Ακόμη και η Γαλλία εισήγαγε σαπούνι από την Κρήτη. Σύμφωνα με τον Tancoigne, σαπούνια από την Κρήτη εξάγονταν στη Μασσαλία, όπου υποβάλλονταν σε επανεπεξεργασία: πιο εξελιγμένοι τεχνολογικά, οι Γάλλοι μπορούσαν να διαχωρίσουν μεγαλύτερο ποσοστό ελαίου από τα κρητικά σαπούνια και να παράγουν επιπλέον προϊόν, αποσπώντας από αυτό κέρδος 50%. Ωστόσο, και μεγάλες ποσότητες κρητικού ελαιολάδου εξάγονταν με προορισμό τις βιοτεχνίες σάπωνος της Μασσαλίας, και αυτός ήταν ένας βασικός λόγος που Γάλλοι έμποροι (εκμεταλλευόμενοι το προνομιακό γι αυτούς καθεστώς διομολογήσεων μεταξύ Γαλλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), ανέπτυσσαν αυξανόμενη δραστηριότητα στην Κρήτη. Πρόξενοι του Γάλλου βασιλιά έμεναν στο νησί και είχαν σχέσεις με την ελίτ της οθωμανικής διοίκησης (Suraiya Faroqhi, «Fifty years after the conquest: 18th century reforms in Ottoman Crete»).

Καταχωρήσεις παραλαβής ελαιολάδου λαμπάντε (υψηλής οξύτητας, προοριζόμενο για βιομηχανική χρήση) του έτους 1887 (αρχείο Στάθη Σπαντιδάκη)

rethnea.gr

Σχετικά Άρθρα

ΠΟΓΕΔΥ για βιολογικά: Η κυβέρνηση ανακάλυψε το πρόβλημα αφού το άφησε να γιγαντωθεί

Οι πρόσφατες κοινές ανακοινώσεις του Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και της διοίκησης...

Χρέη σε εφορία και ΕΦΚΑ: Οι πέντε αλλαγές στις ρυθμίσεις-ανάσα που έρχονται έως το τέλος Ιουνίου

Σταδιακά έως το τέλος του Ιουνίου ξεδιπλώνεται ένα νέο πακέτο πέντε παρεμβάσεων για το...

Δράση εκπαίδευσης κατάρτισης Μελισσοκόμων στο «Θεομήτωρ»

Ο Μελισσοκομικός Σύλλογος Ρεθύμνης “Μελιττεύς” στο πλαίσιο της “Δράσης εκπαίδευσης Κατάρτισης Μελισσοκόμων_ ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ”, θα υλοποιήσει ...

ΑΓΡΟΤΙΚΑ – ΟΠΕΚΕΠΕ: Πληρωμές 509,5 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο – Ποιοι μπαίνουν στο νέο πακέτο μετά τη «χαμηλή» πίστωση Μαΐου

ΑΓΡΟΤΙΚΑ – ΟΠΕΚΕΠΕ: Μεγάλη αγωνία μετά την πληρωμή Μαΐου-Με το βλέμμα στραμμένο στα τέλη Ιουνίου βρίσκονται πλέον...

ΚΑΠ: Η Ελλάδα διεκδικεί περισσότερους πόρους

Η νέα ΚΑΠ σχεδιάζεται σε συνθήκες αυξημένης πίεσης για «εξωτερική σύγκλιση» των άμεσων ενισχύσεων...

Πρόσφατα άρθρα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ