Αντιμέτωπος με σοβαρά προβλήματα είναι τα τελευταία χρονιά ο μελισσοκομικός κλάδος της Κρήτης, προβλήματα που απειλούν τόσο την επιβίωση των παραγωγών όσο και των ίδιων των μελισσών. Από τη μια οι μη ευνοϊκές καιρικές συνθήκες που επιβαρύνουν τη φυσική παραγωγή μελιού και από την άλλη οι λεγόμενες «ελληνοποιήσεις» που υποβαθμίζουν το ντόπιο προϊόν, το υψηλό κόστος παραγωγής και η έλλειψη χρηματοδότησης των παραγωγών, συνθέτουν ένα «δυσοίωνο» τοπίο για τους μελισσοκόμους του νησιού, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν τα θέματα αυτά, χωρίς την κατάλληλη ενίσχυση από πλευράς πολιτείας.
Όπως ισχυρίζονται, η πολιτεία γνωρίζει τα εν λόγω ζητήματα, σύμφωνα και με τη Χριστίνα Κουβαρά, πρόεδρο του Μελισσοκομικού Συλλόγου Ρεθύμνης – Μελιτεύς, η οποία μίλησε στα «Ρ.Ν.» αναφέροντας πως κατά καιρούς ο Σύλλογος έχει καταθέσει τα προβλήματα αλλά και τις προτάσεις του στους αρμόδιους, ζητώντας την ενίσχυση του κλάδου.
Στην Περιφέρεια Κρήτης συστάθηκε Ομάδα Εργασίας με σκοπό τη στήριξη των παραγωγών αλλά και την προβολή και παρώθηση των κρητικών μελισσοκομικών προϊόντων, ένα επίσης σημαντικό ζήτημα που θα συμβάλει στην ενίσχυση του μελισσοκομικού κλάδου στο νησί. Φορείς και εκπρόσωποι από όλους τους νομούς παραβρέθηκαν στη συνάντηση την περασμένη Τρίτη. Από το Ρέθυμνο στη συνάντηση συμμετείχε και η κ. Χριστίνα Κουβαρά, η οποία ανέφερε στα «Ρ.Ν.» αναλυτικότερα για το περιεχόμενο της συνεδρίασης αυτής ότι: «Ήταν μια πρώτη συνάντηση που κάναμε με τον αντιπεριφερειάρχη, τον κ. Σταύρο Τζεδάκη. Έχει συσταθεί μια ομάδα από τον κ. Αρναουτάκη για την προώθηση των μελισσοκομικών προϊόντων και τι μπορεί να γίνει. Δώσαμε προτάσεις όλοι οι Σύλλογοι, μας μίλησε και ο κ. Τζεδάκης και τώρα σαν πρώτα βήμα θα δούμε τι έχει γίνει μέχρι τώρα και τι μπορούμε να κάνουμε στη συνέχεια. Οι δικές μας προτάσεις, σαν Σύλλογος, αναφορικά με την προώθηση των μελισσοκομικών μας προϊόντων ήταν να γίνει ένα σποτ, το οποίο να το χρηματοδοτήσει η Περιφέρεια –και θα προβάλει μόνο μελισσοκομικά προϊόντα: με μελισσοκόμους μέσα, με κερήθρες – ένα πολύ ωραίο σποτ – που θα μπει σαν διαφήμιση στα αεροδρόμια, στα πλοία και στα ξενοδοχεία».
Το κλίμα των τελευταίων ετών που εξαφανίζει τα μελίσσια
Βασικό ζήτημα όμως που απασχολεί τους παραγωγούς αποτελεί το κλίμα, οι μειωμένες βροχοπτώσεις αλλά και οι «ακραίες» εκδηλώσεις του καιρού όπως οι ισχυροί άνεμοι. Όλα αυτά, σύμφωνα με την κ. Κουβαρά, εμποδίζουν τις μέλισσες να γυρέψουν τη φυσική τους τροφή από τα άνθη και τα λουλούδια, τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έλλειψη λόγω ανομβρίας. Οι παραγωγοί αναγκάζονται να ταΐσουν επιπλέον τις μέλισσες για να αναπληρώσουν το χαμένο έδαφος, πράγμα που όμως δεν ισοδυναμεί με τη θρεπτική αξία της φυσικής τους τροφής. Η συνθήκη αυτή όπως εξηγεί η κ. Κουβαρά έχει ως αποτέλεσμα να χάνονται μελίσσια και οι παραγωγοί να επιβαρύνονται με επιπλέον κόστη ακόμη περισσότερο: «Η κατάσταση με την ανομβρία κυρίως, με τις κακές καιρικές συνθήκες που δεν έχουμε καθόλου χειμώνα, δεν έχουμε χιόνια, δεν έχουμε νερά, συμβάλουν στο να μην έχουμε σωστή ανθοφορία– ακόμα και τώρα κάποιες μέρες που έτυχε και έκανε κρύο και αέρα δεν ήταν ευνοϊκό γιατί όταν έχει δυνατό αέρα, η μέλισσα δεν μπορεί πάλι να βγει έξω, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τραφεί που σημαίνει ότι εμείς θα πρέπει να τις ταΐσουμε για να μπορέσουν να ανταποκριθούν. Αλλά από τη στιγμή που δεν μπορούν πάλι να βάλουν γύρες φυσικές από έξω, έχουμε πρόβλημα γιατί χάνουμε μελίσσια, διότι η μέλισσα χρειάζεται την τροφή τη δική της: τα λουλούδια, τα άνθη, τη γύρη. Και η γύρη είναι το «μελισσόψωμο» για αυτές, όπως είναι το ψωμί για εμάς. Οπότε όλα αυτά έχουν συμβάλλει στο να μην μπορούν τα μελίσσια να επιβιώσουν όπως και εμείς οι παραγωγοί. Έχουμε πολύ κακά σημάδια από τις καιρικές συνθήκες και τα τελευταία χρόνια είναι πολύ έντονο το πρόβλημα».
Για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, η κ. Κουβαρά εξηγεί ότι έχουν γίνει κατά καιρούς προτάσεις όπως η δημιουργία ταμιευτήρων νερού, μια λύση που όπως δήλωσε έχει τεθεί στο τραπέζι και στον ίδιο τον κ. Τσιάρα, υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, ενώ τονίζει πως «Χρειαζόμαστε δεντροφυτεύσεις, μελισσοκομικά φυτά και δέντρα, θυμάρια, όσον αφορά σε θάμνους κ.λπ. και χαρουπιές που ευδοκιμούν στην Κρήτη, όχι οτιδήποτε».
Παράλληλα, όπως εξηγεί η ίδια, σοβαρό ζήτημα αποτελούν και οι μονοκαλλιέργειες, όπου η έλλειψη ποικιλίας στα δέντρα και τα φυτά επηρεάζει σημαντικά την επιβίωση των μελισσών: «Η Κρήτη έχει το κακό ότι έχει βάλει μόνο ελιά, έχει βγάλει τις λεμονιές, τις πορτοκαλιές, τις χαρουπιές. Με το να κάνουν μονοκαλλιέργειες κάνουν κακό γιατί δεν υπάρχει ποικιλία σε φυτά και δέντρα και κάνουν ζημιά και στις ελιές γιατί δεν υπάρχει κάτι ανάμεσα να τραβήξει τον δάκο. Παλιά είχανε ανάμεσα στα δέντρα συκιές, χαρουπιές, αυτά τα δέντρα είναι πιο δροσερά και μαζεύανε δάκο. Τώρα δεν υπάρχουν αυτά, έχει μόνο ελιές και η μέλισσα στην ελιά δεν θα πάει, πρέπει να πεθαίνει από πείνα για να πάει στην ελιά. Και νομίζουν οι ελαιοπαραγωγοί ότι δεν την επηρεάζει αυτό όμως στη φύση είναι όλα μια αλυσίδα».
Η ανάγκη χρηματοδότησης των μελισσοκόμων από τη νέα ΚΑΠ
Ένα άλλο σοβαρό ζήτημα για τους παραγωγούς αποτελεί η «χασούρα» που έχουν από τα πουλιά, τους γνωστούς μελισσοφάγους, όπως εξηγεί η πρόεδρος τους Μελιτεύς, όπου πολλές μέλισσες χάνονται εξαιτίας τους. Η συνθήκη αυτή σε συνδυασμό με το γενικότερο υψηλό κόστος παραγωγής επιτάσσει την ανάγκη ένταξης των μελισσοκόμων στη νέα ΚΑΠ, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η κ. Κουβαρά.
«Οι μελισσοφάγοι κάνουν τρομερή ζημιά στις μέλισσες και έχουμε ζητήσει αν μπορεί να επιδοτηθεί αυτό, γιατί χάνουμε πολλά μελίσσια και από εκεί. Χάνονται οι μέλισσες και είναι πολύ μεγάλο πρόβλημα. Όλα αυτά τα έχουμε θέσει στο συμβούλιο στην Περιφέρεια, τα έχουμε στείλει και γραπτώς. Ζητήσαμε μια επιδότηση για τα πουλιά που μας κάνουν αυτή τη ζημιά. Και πρέπει να ενταχθούν οι μελισσοκόμοι στη νέα ΚΑΠ, να βγουν με μόνιμη επιδότηση γιατί δεν μπορούμε πλέον να επιβιώσουμε. Έχουμε πρόβλημα μεγάλο», τονίζει και συνεχίζει λέγοντας πως το κόστος παραγωγής πια είναι δυσβάσταχτο την ώρα που «το μέλι είναι σταθερό στις τιμές. Και το μέλι και ο βασιλικός πολτός, η γύρη, το βάμμα πρόπολης, όλα τα προϊόντα μας δηλαδή. Δεν έχει ανέβει καθόλου η τιμή τους. Το κόστος έχει ανέβει κατά πολύ και οι παραγωγές είναι λιγότερες», καταλήγει.
Την ίδια ώρα, η μη ενίσχυση του κλάδου με τις αναγκαίες χτηματοδοτήσεις οδηγεί πολλούς παραγωγούς είτε να μειώσουν τα μελίσσια τους είτε να καταπιαστούν και με άλλη εργασία, καθότι πλέον ο αποκλειστικός βιοπορισμός από τη μελισσοκομία είναι πολύ δύσκολος, όπως αναφέρει η κ. Κουβαρά: «Μπαίνουν καινούργιοι στο επάγγελμα αλλά οι πιο παλιοί δεν μπορούν πλέον να επιβιώσουν οπότε κάνουν συγχρόνως κάτι άλλο ή αφήνουν τα πολλά μελίσσια και πάνε στα λιγότερα. Κάθε χρόνο είμαστε πιο απελπισμένοι. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να βιοποριστείς αποκλειστικά από τη μέλισσα. Εγώ είμαι από αυτούς και είναι πάρα πολύ δύσκολα γιατί έχει αυξηθεί το κόστος παραγωγής και δεν έχουμε τις παραγωγές που θα έπρεπε και οι τιμές μένουν σταθερές».
Παράλληλα, οι λεγόμενες ελληνοποιήσεις πλήττουν και τον μελισσοκομικό κλάδο, σύμφωνα με την κ. Κουβαρά, όπου εισαγόμενα μέλια – συχνά συνθετικά – πωλούνται στην αγορά ως ντόπια σε πολύ χαμηλή τιμή, πράγμα που υποβαθμίζει το κρητικό προϊόν: «Έχουμε και τις ελληνοποιήσεις. Όταν φέρνουν εδώ μέλια από το εξωτερικό – που μπορεί να είναι χημικά όχι μέλια – και βγαίνει και το πουλάει 5€, 8€ ή 10€, πολλά τα πουλάνε και για κρητικά μέλια – γιατί δίνουμε πολλά μέλια και στους τουρίστες – δεν παίρνει ένα μέλι που είναι από εδώ, κρητικό. Δεν ξέρουν οι άνθρωποι και παίρνουν από όπου βρουν. Τα βαφτίζουν κρητικά και πουλάνε τόνους και μας τα δικά μας είναι αδιάθετα».
«Δυστυχώς ο πρωτογενής τομέας πάει για θάνατο»
Όπως εξηγεί η κ. Κουβαρά όλα τα παραπάνω, εν γνώσει της πολιτείας, δυσχεραίνουν κατά πολύ το τοπίο για την πρωτογενή τομέα: «Δυστυχώς ο πρωτογενής τομέας πάει για θάνατο, και βλέπω δυσοίωνο το μέλλον. Αν δεν δοθούν χρήματα για τη στήριξη των μελισσοκόμων θα χαθεί η μέλισσα γιατί οι μελισσοκόμοι δεν αντέχουν άλλο. Καταρχήν από την ανάπτυξη που λένε, χτίζουν συνεχώς, δεν έχουν αφήσει θυμαρότοπο, ξεραίνονται τα θυμάρια από την ανομβρία. Δεν έχουμε ταμιευτήρες νερού, το νερό είναι πολύτιμο, είναι λίγο. Πρέπει να το σεβαστούμε. Θα πρέπει να κάνουμε δεντροφυτεύσεις να κρατήσουμε πράσινο και υγρασία στη γη. Με το να καίγονται όλα αυτά τα δάση, χτίζουμε κι από πάνω δεν αφήνουμε καθόλου φύση. Οπότε η μέλισσα μη έχοντας φύση δεν θα επιβιώσει γιατί και να την ταΐσεις ζάχαρη δεν μπορεί να επιβιώσει αν δεν έχει τροφή απέξω».
Σύμφωνα με την κ. Κουβαρά πάντως, η επιβίωση της μέλισσας δεν είναι ζήτημα μόνο των μελισσοκόμων αλλά αφορά όλη την κοινωνία καθώς βάλλει ο αφανισμός της το ίδιο το οικοσύστημα: «Δεν έχει καταλάβει ο κόσμος τη σημαντικότητα της μέλισσας», αναφέρει η κ. Κουβαρά και συνεχίζει: «Δεν είναι μόνο ότι μας προσφέρει το μέλι- που ξέρετε σε όλη τη ζωή της μαζεύει ένα κουταλάκι μέλι και κάνει χιλιάδες ταξίδια για να το μαζέψει, δεν υπάρχει αυτό το προϊόν δεν μπορείτε να καταλάβετε την αξία που έχει – είναι αυτό που κάνει, η επικονίαση που γίνεται στα φυτά και στα δέντρα. Με το να πάει η μέλισσα από λουλούδι σε λουλούδι κάνει την επικονίαση, το «πάντρεμα». Όπως κάνει ένα ζευγάρι το παιδί, έτσι και η μέλισσα αν δεν πάει στα φυτά και στα λουλούδια δεν επικονιάζεται η φύση ώστε να παράγει τους καρπούς. Δεν θα έχουμε αμύγδαλα, δεν θα έχουμε καρύδια, πατάτα, μπάμια, φασολάκια, δεν θα έχουμε καν τα θυμάρια. Γιατί και αυτά τα επικονιάζει η μέλισσα», αναφέρει η πρόεδρος του Μελιτεύς η οποία σημειώνει πως για την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση του κόσμου, ο Σύλλογος πραγματοποιεί συχνά ημερίδες, όπως σχεδιάζει να κάνει και τον ερχόμενο Ιούνιο στο Ρέθυμνο.
rethnea.gr