Αρχές Αυγούστου και η δημόσια συζήτηση για την ακρίβεια έχει στραφεί σχεδόν αποκλειστικά στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Στις 31 Αυγούστου ξεκινά η Εθνική Πρωτοβουλία μείωσης τιμών, με εθελοντικές μειώσεις από 5% έως 20% σε βασικές κατηγορίες προϊόντων και ορίζοντα εφαρμογής έως το τέλος Δεκεμβρίου.
Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για τον Μάιο δείχνουν κάτι που στην πρώτη ανάγνωση μοιάζει με καλή είδηση για το χωράφι. Οι τιμές που εισπράττουν οι παραγωγοί ανεβαίνουν. Η δεύτερη ανάγνωση όμως δείχνει το αντίθετο, ότι δηλαδή η άνοδος αυτή δεν καταλήγει σε καλύτερο εισόδημα για εκείνον που παράγει.
Η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύει κάθε μήνα δύο δείκτες που περιγράφουν την οικονομία της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Ο πρώτος λέγεται δείκτης τιμών εκροών και μετράει τις τιμές που παίρνει ο παραγωγός για τα προϊόντα του, χωρίς να υπολογίζονται οι επιδοτήσεις. Είναι, με απλά λόγια, η τιμή στην έξοδο της εκμετάλλευσης, πριν μπει το προϊόν στη μεταποίηση, στη διακίνηση και στο ράφι. Ο δεύτερος λέγεται δείκτης τιμών εισροών και μετράει το κόστος όσων χρειάζεται ο παραγωγός για να παράγει, από τα λιπάσματα και τις ζωοτροφές μέχρι το πετρέλαιο και τη συντήρηση των μηχανημάτων. Και οι δύο συγκρίνονται με το έτος 2020, το οποίο έχει οριστεί ως βάση με τιμή εκατό.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, γιατί η τιμή του προϊόντος και το εισόδημα του παραγωγού δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ανάμεσά τους παρεμβάλλεται το κόστος. Για παράδειγμα μια τιμή που ανεβαίνει κατά δέκα μονάδες ενώ το κόστος ανεβαίνει κατά έντεκα δεν είναι κέρδος, είναι απώλεια.
Η άνοδος που δεν φτάνει στην τσέπη
Τον Μάιο του 2026 ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εκροών κατέγραψε αύξηση 4,9% σε σύγκριση με τον Μάιο του 2025. Το μέγεθος εντυπωσιάζει ακόμη περισσότερο αν συγκριθεί με την προηγούμενη χρονιά, όταν η αντίστοιχη ετήσια μεταβολή ήταν μόλις 0,1%. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο μήνα. Τον Φεβρουάριο η αύξηση ήταν 4%, τον Μάρτιο εκτινάχθηκε στο 8%, με βασικό μοχλό τα λαχανικά και τα κηπευτικά, ενώ τον Μάιο η φυτική παραγωγή κινήθηκε ξανά στο 4,9%.
Εδώ όμως χρειάζεται προσοχή στην ανάγνωση. Ο μέσος σταθμικός δείκτης εκροών για ολόκληρο το δωδεκάμηνο από τον Ιούνιο του 2025 έως τον Μάιο του 2026 παρουσίασε αύξηση μόλις 0,2%. Με άλλα λόγια, σε ορίζοντα έτους οι τιμές που εισέπραξε ο παραγωγός έμειναν ουσιαστικά στάσιμες. Αυτό που βλέπουμε τους τελευταίους μήνες είναι μια επιτάχυνση συγκεντρωμένη σε ασταθείς κατηγορίες προϊόντων, όχι μια εδραιωμένη βελτίωση της θέσης του χωραφιού.
Και η φύση αυτής της ανόδου έχει σημασία. Όταν η αύξηση προέρχεται κυρίως από τα λαχανικά και τα κηπευτικά, δηλαδή από ευπαθή προϊόντα με σύντομο κύκλο και έντονες διακυμάνσεις, μιλάμε για στιγμιαίες κορυφώσεις που ένας παραγωγός σπάνια προλαβαίνει να εκμεταλλευτεί. Η μεταβλητότητα δεν είναι εισόδημα. Είναι ρίσκο, και το ρίσκο έχει το δικό του κόστος… Φυσικά από το ρίσκο αυτό εξαιρούνται πάντα οι μεσάζοντες μεταξύ των παραγωγών και του καταταναλωτή.
Η ψαλίδα με το κόστος είναι η αλήθεια…
Το πιο καθαρό επιχείρημα για το ότι ο παραγωγός παραμένει χαμένος βρίσκεται στη δεύτερη στήλη του ίδιου δελτίου. Τον Μάιο του 2026 ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εισροών αυξήθηκε κατά 4,3% σε ετήσια βάση, όταν την προηγούμενη χρονιά η αντίστοιχη σύγκριση έδειχνε μείωση 1,3%.
Πίσω από αυτούς τους μέσους όρους κρύβονται μεγέθη που ο κάθε παραγωγός τα αναγνωρίζει από τα τιμολόγιά του. Τα λιπάσματα ήταν ακριβότερα κατά 11,3% σε σχέση με τον Μάιο του 2025, ενώ η ενέργεια και τα λιπαντικά κατέγραψαν αύξηση 10,4%. Ακολούθησαν τα κτηνιατρικά φάρμακα με 3,8%, οι υπηρεσίες συντήρησης μηχανολογικού εξοπλισμού με 3,1% και οι ζωοτροφές με 1,4%.
Η σύγκριση των δύο δεικτών σε μηνιαία βάση δείχνει ότι η άνοδος 4,9% στις τιμές πώλησης απορροφάται σχεδόν ολόκληρη από την άνοδο 4,3% στο κόστος. Το περιθώριο δεν διευρύνεται. Η σύγκριση όμως σε ετήσια βάση είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική, γιατί εκεί η εικόνα αντιστρέφεται. Ο μέσος δείκτης εισροών του δωδεκαμήνου Ιουνίου 2025 έως Μαΐου 2026 αυξήθηκε κατά 1,1%, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης εκροών αυξήθηκε μόλις κατά 0,2%. Το κόστος δηλαδή έτρεξε πάνω από πέντε φορές γρηγορότερα από την τιμή. Αυτή είναι η ψαλίδα, και είναι το πραγματικό μέγεθος της απώλειας.

Ο δείκτης τιμών εκροών λειτουργεί ως προειδοποιητικός δείκτης για την αγορά τροφίμων. Οι τιμές που διαμορφώνονται σήμερα στην πηγή περνούν με χρονική υστέρηση στη μεταποίηση, στη διακίνηση και τελικά στο ράφι, όπου συναντούν έναν πληθωρισμό που τον Μάιο βρισκόταν ήδη στο 5,2%. Η άνοδος στην παραγωγή δεν αφορά μόνο τον αγρότη, αφορά και τον καταναλωτή που θα δει το αποτέλεσμά της αργότερα στο καλάθι του.
Εδώ αναδεικνύεται και η βασική αντίφαση της τρέχουσας συγκυρίας. Η κύρια δημόσια παρέμβαση για την ακρίβεια στα τρόφιμα σχεδιάζεται στο τελευταίο σκαλοπάτι της αλυσίδας, στη λιανική, με εθελοντικό χαρακτήρα και τετράμηνη διάρκεια, τη στιγμή που η πίεση γεννιέται στο πρώτο σκαλοπάτι και μοιάζει πιο επίμονη. Μια μείωση στο ράφι μπορεί να δώσει ανάσα στο νοικοκυριό, δεν αγγίζει όμως ούτε το κόστος του λιπάσματος ούτε την τιμή του πετρελαίου ούτε τη θέση εκείνου που σπέρνει. Ο παραγωγός μένει εκτός και των δύο εξισώσεων, γιατί δεν ωφελείται από την άνοδο των τιμών του και δεν προστατεύεται από την άνοδο του κόστους του.
Ένας δείκτης που ανεβαίνει δεν αποτελεί από μόνος του καλή είδηση για κανέναν κρίκο της αλυσίδας. Για τον καταναλωτή προμηνύει πίεση, για τον παραγωγό δεν συνιστά κέρδος, αφού έχει ήδη προπληρωθεί σε λιπάσματα και ενέργεια. Το ζητούμενο δεν είναι να διαλέξουμε ανάμεσα στη στήριξη του νοικοκυριού και στη στήριξη του χωραφιού, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι πρόκειται για δύο άκρα της ίδιας αλυσίδας.
Μια πολιτική που παρακολουθεί εξίσου συστηματικά την τιμή στην πηγή και την τιμή στο ράφι, και που αντιμετωπίζει το κόστος εισροών ως διαρθρωτικό ζήτημα και όχι ως συγκυριακή αναταραχή, έχει περισσότερες πιθανότητες να παράγει διατηρήσιμο αποτέλεσμα από μια παρέμβαση που δρα μόνο στο ορατό άκρο.
Η ψαλίδα του 0,2% έναντι του 1,1% δεν κλείνει με προσφορές ραφιού.
inisider.gr