Η συζήτηση για τα προσόντα και τα κριτήρια στη δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα αποκτά συχνά έναν παράξενο, σχεδόν ειρωνικό χαρακτήρα. Από τη μία πλευρά, οι νέοι αγρότες—μια κατηγορία ανθρώπων που υποτίθεται ότι θέλουμε να στηρίξουμε για να ανανεωθεί ο πρωτογενής τομέας—βρίσκονται αντιμέτωποι με αυστηρές προϋποθέσεις, όπως η απαίτηση απολυτηρίου λυκείου. Από την άλλη, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης μπορεί να στελεχώνεται από πρόσωπα με τα ίδια ή και χαμηλότερα τυπικά προσόντα.
Κάπου εδώ αρχίζει να δημιουργείται ένα ερώτημα που δύσκολα αγνοείται: με ποια λογική ζητάς από έναν νέο άνθρωπο, που θέλει να επιστρέψει στη γη και να παράξει, να αποδείξει ένα επίπεδο εκπαίδευσης, όταν την ίδια στιγμή η κορυφή της διοικητικής πυραμίδας δεν φαίνεται να δεσμεύεται από πιο αυστηρά κριτήρια;
Δεν είναι το απολυτήριο λυκείου το πρόβλημα καθεαυτό. Προφανώς και αποτελεί μια βασική μορφή εκπαίδευσης και σε πολλές περιπτώσεις είναι απολύτως επαρκές για μια σειρά επαγγελμάτων. Το ζήτημα είναι η ασυμμετρία. Όταν το κράτος εμφανίζεται αυστηρό προς τον πολίτη αλλά επιεικές προς τον εαυτό του, τότε δεν μιλάμε απλώς για γραφειοκρατία.
Οι νέοι αγρότες δεν ζητούν προνόμια, αλλά πλαίσιο που να έχει λογική. Αν το κράτος θεωρεί ότι ένα ελάχιστο μορφωτικό επίπεδο είναι απαραίτητο για να διαχειριστεί κάποιος μια αγροτική εκμετάλλευση, τότε εύλογα θα περίμενε κανείς ότι ακόμη υψηλότερα στάνταρ θα ίσχυαν για όσους σχεδιάζουν την αγροτική πολιτική της χώρας. Διαφορετικά, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι συγκεχυμένο: άλλοι κανόνες για αυτούς που παράγουν και άλλοι για αυτούς που αποφασίζουν.
Και αυτό είναι που τελικά ενοχλεί περισσότερο. Όχι το αν κάποιος έχει απολυτήριο λυκείου ή πανεπιστημιακό τίτλο, αλλά η αίσθηση ότι τα κριτήρια δεν εφαρμόζονται με συνέπεια. Ότι το σύστημα λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά, κάτι που υπονομεύει την εμπιστοσύνη—ιδίως των νέων ανθρώπων που ήδη σκέφτονται αν αξίζει να μείνουν και να επενδύσουν στη χώρα.
Ίσως λοιπόν το πρόβλημα να μην είναι μόνο εκπαιδευτικό, αλλά θεσμικό. Γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν κρίνεται μόνο ποιος έχει ποιο χαρτί, αλλά ποιος έχει την ευθύνη να χαράζει πολιτική και με ποια αξιοπιστία το κάνει. Και εκεί, η Ελλάδα εξακολουθεί να δίνει αφορμές για δύσκολες—και όχι πάντα κολακευτικές—συγκρίσεις.