Η ένταση που παρατηρείται το τελευταίο διάστημα απέναντι στην Κρήτη και τους ανθρώπους της πρωτογενούς παραγωγής δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αθώα.
Υπάρχει ένα μένος, σχεδόν εμμονικό, από μερίδα που επιλέγει να στοχοποιούν ένα νησί με ξεκάθαρες ιδιομορφίες, λες και η Κρήτη ζει σε κάποιο παράλληλο, προνομιούχο σύμπαν.
Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι πολύ διαφορετική. Η Κρήτη συνεχίζει να παράγει μέσα σε δύσκολες συνθήκες, με αυξημένο κόστος μεταφοράς, με έλλειψη νερού σε πολλές περιοχές, με μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, με αγρότες που παλεύουν μόνοι τους να κρατήσουν ζωντανές καλλιέργειες και οικογένειες. Δεν υπάρχει τίποτα εύκολο σε αυτή την εξίσωση, εκτός ίσως από το να κουνάς το δάχτυλο από μακριά.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι Κρητικοί αγρότες αποφάσισαν να μη συμμετάσχουν στον διάλογο στο Μαξίμου. Όχι από πείσμα ή αδιαλλαξία, αλλά από την αίσθηση πως ο διάλογος αυτός έχει προαποφασισμένα όρια και ελάχιστη κατανόηση για τις ιδιαιτερότητες του νησιού. Όταν νιώθεις ότι σε καλούν απλώς για να νομιμοποιήσεις αποφάσεις άλλων, η απουσία γίνεται πολιτική στάση.
Την ίδια στιγμή, δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι κάποιοι γνωστοί για… τα αντι-Κρητικά τους αισθήματα, φέρεται να «ενοικιάζουν» χωράφια με λευκές σελίδες. Να μιλούν δηλαδή εξ ονόματος της αγροτιάς, χωρίς πραγματική παραγωγική βάση, χωρίς να κουβαλούν το βάρος της καθημερινότητας στο χωράφι, χωρίς να έχουν να χάσουν κάτι αν τα πράγματα πάνε στραβά. Αυτή η απόσταση από την πραγματικότητα γεννά εύκολα κραυγές, υπερβολές και στοχοποίηση.
Η Κρήτη δεν ζητά ειδική μεταχείριση. Ζητά να αναγνωριστεί αυτό που είναι: ένας τόπος που παράγει πεισματικά, κόντρα στις δυσκολίες, και που δεν αντέχει άλλο να γίνεται εύκολος στόχος για συνδικαλιστικές σκοπιμότητες. Αν κάποιοι ενοχλούνται από το ότι το νησί αντέχει, ίσως το πρόβλημα να μην είναι η Κρήτη, αλλά ο καθρέφτης στον οποίο αποφεύγουν να κοιταχτούν.