Σήμα κινδύνου εκπέμπουν οι μελισσοκόμοι της Θεσσαλίας, με τους προέδρους των Μελισσοκομικών Συλλόγων Μαγνησίας, Λάρισας και Φαρσάλων να περιγράφουν ένα κλάδο που ζει υπό τριπλή πίεση: μειωμένη παραγωγή λόγω κλιματικής αστάθειας, εκτοξευμένο κόστος και ανεξέλεγκτες ελληνοποιήσεις μελιού. Τα στοιχεία και οι δηλώσεις τους δόθηκαν στον «Ελληνα Αγρότη».
Η πρακτική συνέπεια για τον παραγωγό είναι ωμή: το κόστος παραγωγής ενός κιλού μελιού έχει ξεπεράσει τα 6 ευρώ — μόνο για να μπει στο δοχείο, χωρίς ετικέτα — και συνεχίζει να ανεβαίνει, ενώ στα ράφια εμφανίζονται «μέλια» στα 5-7 ευρώ. Ταυτόχρονα, μελισσοκόμοι που είχαν ενταχθεί σε βιολογικά προγράμματα αποκλείστηκαν από αυτά χωρίς εξήγηση, παρότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια υπάρχουν.
Τρεις συνεχόμενες κακές χρονιές
«Καθόλου καλή δεν είναι ούτε η φετινή χρονιά για τους μελισσοκόμους, και ενώ ερχόμαστε έπειτα από δύο πολύ δύσκολες χρονιές», δηλώνει ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Μαγνησίας και πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μελισσοκομικών Συλλόγων Ελλάδας Βασίλης Ντούρας. «Η φετινή χρονιά, όπου βλέπετε όλη αυτή την ανισορροπία του καιρού, δεν έχει αφήσει τα μελίσσια να αναπτυχθούν. Δεν βρίσκουν τροφή και πρέπει ο μελισσοκόμος συνεχώς να ξοδεύει για να τα στηρίξει», προσθέτει.
Ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Λάρισας Κώστας Καλαπούτης μιλά ανοιχτά για πολλαπλασιασμό — όχι διπλασιασμό — των κοστών: «Τα μελίσσια θέλουν συντήρηση για να διατηρηθούν, όχι να βγάλουν μέλι, λόγω των καιρικών συνθηκών. Και εύχομαι να μην έχουμε τα χειρότερα».
Η κλιματική αστάθεια δεν είναι απλώς μετεωρολογικό ζήτημα για τον κλάδο. «Η μέλισσα έχει μπερδευτεί. Δεν ξέρει αν είναι χειμώνας, άνοιξη, φθινόπωρο ή καλοκαίρι», λέει ο κ. Καλαπούτης, περιγράφοντας μια φυσική ισορροπία που έχει απορρυθμιστεί πλήρως.
Ελληνοποιήσεις: «Το κράτος δεν έβαλε ποτέ κανόνες»
Ένα από τα πιο χρόνια προβλήματα παραμένει η νοθεία και οι ελληνοποιήσεις — ένα ζήτημα που, όπως επισημαίνει ο κ. Ντούρας, δεν εξαρτάται καν από το επίπεδο της εγχώριας παραγωγής. «Δυστυχώς, το κράτος δεν θέλησε ποτέ να βάλει κανόνες, οι οποίοι θα μπορούσαν να επιβάλουν το ελληνικό μέλι να πωλείται ως ελληνικό και το εισαγόμενο ως εισαγόμενο», τονίζει, ενώ προειδοποιεί: «Οι επιτήδειοι δεν χρειάζονται να μην έχουμε παραγωγή για να κάνουν την απάτη τους».
Το πρόβλημα αυτό έχει διαστάσεις που ξεφεύγουν από τον κλάδο: όπως είχαμε αναφέρει, η νοθεία στα εισαγόμενα μέλια αγγίζει το 46%, βάζοντας σε κίνδυνο τόσο τον Έλληνα παραγωγό όσο και τον καταναλωτή που νομίζει ότι αγοράζει ελληνικό προϊόν.
Αποκλεισμός από τα βιολογικά χωρίς εξήγηση
Ιδιαίτερα οξύ είναι το ζήτημα που θέτει ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Φαρσάλων Βασίλης Τύμπας: μελισσοκόμοι που είχαν ενταχθεί στα προγράμματα βιολογικής μελισσοκομίας και είχαν επενδύσει αντίστοιχα, βρέθηκαν αποκλεισμένοι από αυτά με μονομερείς ενέργειες.
«Ενώ είμαστε ενταγμένοι στα προγράμματα βιολογικής μελισσοκομίας και έχουν γίνει επενδύσεις πάνω στη βιολογική παραγωγή, με μονομερείς ενέργειες μας έχουν αποκλείσει από τα βιολογικά προγράμματα», αναφέρει ο κ. Τύμπας. Το κονδύλι υπάρχει, η χρηματοδότηση είναι ευρωπαϊκή, αλλά οι παραγωγοί δεν έχουν λάβει καμία σαφή εξήγηση για τον αποκλεισμό τους. «Οι γνήσιοι μελισσοκόμοι βρίσκονται σήμερα σε ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική κατάσταση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν λαμβάνουμε τα απαραίτητα κονδύλια, ώστε να επιβιώσουμε και να στηρίξουμε τις οικογένειές μας», καταλήγει.
Τι να προσέχουν οι καταναλωτές
Και οι τρεις πρόεδροι συγκλίνουν σε ένα πρακτικό μήνυμα προς τους καταναλωτές: μέλι κάτω από 10 ευρώ το κιλό δεν είναι αυτό που νομίζουν ότι αγοράζουν.
«Όταν βλέπουν μια τιμή στο ράφι κάτω από 10 ευρώ, να προβληματίζονται, γιατί αυτό σίγουρα δεν είναι ελληνικό και πιθανώς δεν είναι καν μέλι», λέει ο κ. Ντούρας. Ο κ. Καλαπούτης είναι ακόμα πιο κατηγορηματικός: «Δεν υπάρχει πραγματικό μέλι κάτω από 10 ευρώ. Όταν το κόστος παραγωγής, με τα σημερινά δεδομένα, έχει περάσει τα 6 ευρώ, ο καταναλωτής πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός». Και οι δύο συμφωνούν: αγορά από γυρολόγο, ανεξαρτήτως δικαιολογίας, σημαίνει σχεδόν σίγουρα νοθευμένο προϊόν.
Φεύγουν από τον κλάδο — και αυτό δεν αφορά μόνο τους μελισσοκόμους
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ανησυχητική και για λόγους που ξεπερνούν την οικονομία του κλάδου. Ο αριθμός των μελισσοκόμων στην Ελλάδα ανέρχεται σε περίπου 20.000, με 2,1-2,2 εκατομμύρια κυψέλες — μια από τις υψηλότερες πυκνότητες στην ΕΕ. Η ετήσια παραγωγή εκτιμάται στους 15.000-20.000 τόνους για το 2025, με σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες.
Όμως, ενώ μετά την κρίση του 2008-2009 πολλοί νέοι είχαν στραφεί στη μελισσοκομία ως συμπληρωματικό εισόδημα, τώρα η τάση αντιστρέφεται. «Λόγω της απελπιστικής κατάστασης, έχει αρχίσει η αποχώρηση νέων ανθρώπων, αλλά δυστυχώς και ανθρώπων που έχουν πολλά χρόνια στον χώρο», σημειώνει ο κ. Ντούρας.
Η εγκατάλειψη του επαγγέλματος δεν είναι αποκλειστικά οικονομικό πρόβλημα. Οι άγριοι επικονιαστές που κάλυπταν το 40% της επικονίασης στις αρχές του 2000 σήμερα καλύπτουν μόλις το 10%-20%. Η εκτρεφόμενη μέλισσα έχει αναλάβει το 80%-90% του φορτίου. Λιγότεροι μελισσοκόμοι σημαίνει λιγότερη επικονίαση — και αυτό αφορά άμεσα και κάθε άλλο κλάδο της αγροτικής παραγωγής.