Οι αυξημένες τουριστικές ροές επιβαρύνουν υποδομές, εξαντλούν φυσικούς πόρους, οδηγούν σε διπλές λειτουργίες των πόλεων τη χειμερινή και τη θερινή περίοδο
«Δεν πρέπει να καταστρέψουμε τον τουρισμό, απλά να τον οριοθετήσουμε», ανέφερε, ο Γιάννης Ζαϊμάκης, καθηγητής Κοινωνιολογίας και διευθυντής του εργαστηρίου Κοινωνικής Ανάλυσης και Εφαρμοσμένης Κοινωνικής Έρευνας του Πανεπιστημίου Κρήτης
Η ραγδαία τουριστική ανάπτυξη του νησιού τις τελευταίες δεκαετίες και κατ’ επέκταση η οικονομική είναι μία συνθήκη που έχει δημιουργήσει και επιβάλλει μία σχέση εξάρτησης των τοπικών, αστικών κοινωνιών από το προσφερόμενο τουριστικό προϊόν. Μπορεί τα οφέλη από τον τουρισμό να διαμορφώνουν προοπτικές οικονομικής ευημερίας, επιχειρηματικής ανάπτυξης, προσφοράς θέσεων εργασίας και ευρύτερης προβολής του τόπου σε παγκόσμια κλίμακα, ωστόσο συμβάλλουν επίσης στην αλλοίωση συγκεκριμένων ιδιαίτερων τοπικών χαρακτηριστικών της περιοχής.
Ειδικότερα αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος, εξάντληση του φυσικού πόρου επιβάρυνση των υποδομών είναι μερικές μόνο από τις συνέπειες της τουριστικοποίησης της Κρήτης. Ένα φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια εντείνεται και γίνεται εύκολα αντιληπτό από τους κατοίκους των πόλεων, οι οποίοι βλέπουν τον τόπο τους να έχει δυο όψεις και να μεταμορφώνεται από έρημο τοπίο τον χειμώνα σε ένα τόπο γεμάτο κόσμο μεν αλλά σε «τόπο αβίωτο» για τους μόνιμους κάτοικους.
Η σύνδεση της έντονης τουριστικοποίησης των αστικών κέντρων στην Κρήτη, ακόμα και ορισμένων αγροτικών περιοχών με την αύξηση του κόστους ζωής, τη στεγαστική κρίση και την κοινωνική περιθωριοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων είναι πολλές φορές άμεση και προκαλεί οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, συχνά δύσκολα διαχειρίσιμες, που χρήζουν ανησυχίας και οριοθέτησης. Τη μελέτη του φαινομένου της τουριστικοποίησης της Κρήτης έχει αναλάβει μεταξύ άλλων μία ομάδα του Εργαστηρίου Κοινωνικής Ανάλυσης και Εφαρμοσμένης Κοινωνικής Έρευνας του τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, το οποίο έχει ως ευρύτερη αποστολή την ανάπτυξη βασικής και εφαρμοσμένης κοινωνικής έρευνας, τη δημιουργία αξιόπιστων βάσεων δεδομένων για κοινωνικά φαινόμενα και τη στήριξη της χάραξης δίκαιων κοινωνικών πολιτικών μέσω συνεργασιών με φορείς και άλλες ακαδημαϊκές μονάδες. Κεντρικός χώρος δραστηριοποίησης του Εργαστηρίου αποτελεί η συνεργασία με το Παρατηρητήριο Κοινωνικής Ένταξης της Περιφέρειας Κρήτης, στο πλαίσιο της οποίας αποτυπώνονται χωρικές διαστάσεις φτώχειας και αποστέρησης, ο κοινωνικός αποκλεισμός και οι ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων. Το εργαστήριο αποτελεί ένα από τα πρώτα εργαστήρια του Πανεπιστημίου Κρήτης, το οποίο ξεκίνησε ως ένα θερινό σχολείο στα Ανώγεια, με επισκέπτες – φοιτητές από όλη την Ευρώπη και μετασχηματίστηκε στη συνέχεια το 2002, σε ένα κέντρο διεξαγωγής ερευνητικών προγραμμάτων και συγκέντρωσης ιδεών από νέους, ακαδημαϊκούς και υποψήφιους διδάκτορες. «Είναι ένα εργαστήριο που βασίζεται σε μία κοινότητα ανθρώπων με ιδιαίτερες κοινωνικές ευαισθησίες και αυτές προβάλλουμε μέσα και στις έρευνές μας και στις εισηγήσεις μας και στους προβληματισμούς μας, που έχουν μία λογική κριτικού αναστοχασμού και παρέμβασης στα κοινωνικά δρώμενα, γιατί θεωρούμε ότι το Πανεπιστήμιο θα πρέπει να παίζει ένα σημαντικό ρόλο σε όλες αυτές τις τεράστιες γεωπολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές που συντελούνται γύρω μας και να έχει και μία στάση υπεράσπισης της κοινωνικής ή της χωρικής δικαιοσύνης προς όφελος της κοινωνίας και κυρίως αυτών που βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής», ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Γιάννης Ζαϊμάκης, καθηγητής Κοινωνιολογίας Πολιτισμού, Αθλητισμού και Κοινότητας και διευθυντής του εργαστηρίου.
«Η οικονομία της Κρήτης διαχρονικά βασιζόταν σε μία σχετική ισορροπία των παραγωγικών της τομέων»
Σχολιάζοντας το φαινόμενο της τουριστικοποίησης που παρατηρείται στην Κρήτη, συμπέρασμα το οποίο προκύπτει από την αυξανόμενη πορεία που καταγράφουν οι αφίξεις τουριστών στο νησί κάθε χρόνο και από την εξάντληση των δυνατοτήτων των υπαρχόντων υποδομών, ο κ. Ζαϊμάκης επιχείρησε με βάση και τις ερευνητικές παρατηρήσεις του εργαστηρίου να σκιαγραφήσει την κατάσταση στην Κρήτη.
«Έχουμε μία συνεχή αύξηση ροών τουριστών στις πόλεις της Κρήτης, που δεν είναι ένα τοπικό φαινόμενο, αλλά συμβαίνει και στην υπόλοιπη Ελλάδα και κυρίως την Νότια Ευρώπη, φαινόμενο που συνδέεται με ευρύτερες οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις», ανέφερε, εξηγώντας ότι μία σειρά από παράγοντες, όπως η επέκταση της βραχυχρόνιας μίσθωσης, οι φθηνές και προσιτές πτήσεις, ο τουρισμός κρουαζιέρας και η ευρύτερη επιθυμία για τουρισμό σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν καταστήσει τις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες εξαρτώμενες από τον τουρισμό. «Η οικονομία της Κρήτης διαχρονικά βασιζόταν σε μία σχετική ισορροπία των παραγωγικών της τομέων, είχε ένα αξιόλογο αγροτικό τομέα που βρέθηκε μετά από ένα σημείο σε μία φθίνουσα πορεία, είχε ένα δευτερογενή τομέα στο χώρο της μεταποίησης με ικανοποιητικά αποτελέσματα κυρίως στα αστικά της κέντρα και έναν τριτογενή τομέα με ποικίλες υπηρεσίες και τον τουρισμό. Μετά το 2010 βλέπουμε πολιτικές προς την κατεύθυνση του τουρισμού, που επηρεάζουν αρνητικά σε ένα βαθμό τις άλλες λειτουργίες της οικονομίας», σημείωσε και στη συνέχεια αναφέρθηκε συγκεκριμένα για το Ρέθυμνο: «Το Ρέθυμνο που έχει μία ταυτότητα των τεχνών και των γραμμάτων, με ένα πολύ ισχυρό Πανεπιστήμιο και σημαντικές εκπαιδευτικές λειτουργίες, αυτές οι λειτουργίες τείνουν να υπονομευθούν σήμερα από την υπερβολική ζήτηση για τουρισμό. Το Ρέθυμνο είναι μέσα στις τέσσερις πιο ακριβές πόλεις με βάση τα ενοίκιά του, περίπου 10 ευρώ το τ.μ., έχει πάρα πολλά Airbnb, περίπου 3.000, ενώ έχουν αυξηθεί περίπου 10% από πέρυσι τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης. Αυτό έχει ένα αρνητικό αποτύπωμα και στις ευρύτερες εκπαιδευτικές λειτουργίες: Λιγότεροι μόνιμοι φοιτητές στο Ρέθυμνο λόγω απαγορευτικών ενοικίων», επεσήμανε.
Σύμφωνα με τον κ. Ζαϊμάκη, ο τουρισμός μπορεί να φέρει ανάπτυξη, εισοδήματα και σημαντικές αναπλάσεις σε υποδομές, έχει όμως και ποικίλες συνέπειες σε παραδοσιακές ιστορικές πόλεις. «Η τουριστικοποίηση είναι ένα φαινόμενο που βλέπουμε έντονα στις πόλεις μας και στον αγροτικό χώρο. Οι αυξημένες εισροές τουριστών σε πόλεις με υποδομές συγκεκριμένων δυνατοτήτων δημιουργούν προβλήματα: Οι πόλεις της Κρήτης κατασκευάστηκαν για να φιλοξενούν έναν ορισμένο αριθμό κατοίκων και επισκεπτών, οι υποδομές τους δεν φτάνουν για να φιλοξενήσουν πολλαπλάσιο πληθυσμό και το βλέπουμε αυτό στην κυκλοφοριακή συμφόρηση και στην έλλειψη πάρκινγκ και στις τρεις πόλεις της Κρήτης», ανέφερε και πρόσθεσε: «Ο αυξημένος τουρισμός αυξάνει τα σκουπίδια, επιβαρύνει το περιβάλλον, εκτοπίζει παραδοσιακές, οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες της πόλης, κλείνει πολύ γνωστά στέκια και γενικά βλέπουμε παλιά μαγαζιά να αλλάζουν. Αν πήγαινε κάποιος στη Σοχώρα πριν 10 χρόνια, θα έβλεπε μία διαφορετική ανθρωπογεωγραφία και διαφορετικές λειτουργίες από αυτές που βλέπουμε σήμερα». Επιπλέον, σύμφωνα με τον κ. Ζαϊμάκη, παρατηρείται αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος με μεγάλες επενδύσεις στο νότιο τμήμα του νησιού, που ναι μεν συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη αλλά εγείρει και το ερώτημα του «ποια Κρήτη θέλουμε», όπως ανέφερε. «Μας ενδιαφέρει να διατηρήσουμε αυτό το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον στα Νότια, ή θέλουμε να μετασχηματιστεί σε μία μονοκαλλιέργεια γύρω από τον τουρισμό και όλες οι λειτουργίες να στραφούν προς τα εκεί;», διερωτήθηκε μεταξύ άλλων στα «Ρ.Ν.». Επιπλέον, όπως σημείωσε, πρέπει να οριοθετηθεί η διείσδυση του Airbnb στην Κρήτη, που έχει οδηγήσει στον εκτοπισμό κατοίκων και κυρίως στην αλλοίωση της κοινωνικής ταυτότητας και φυσιογνωμία της γειτονιάς. «Αυτή η εμπορευματοποίηση των πόλεων είναι πολύ προβληματική κατάσταση. Οι πόλεις μας αλλάζουν με δραματικό τρόπο και οι γειτονιές μας μετασχηματίζονται, αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο», συμπλήρωσε.
«Πρέπει να μπει ένας φραγμός στη μονοδιάστατη στροφή της κρητικής οικονομίας προς τον χώρο του τουρισμού»
Η απομάκρυνση από αυτήν την τουριστικοποίηση, σύμφωνα με τον κ. Ζαϊμάκη είναι η εύρεση εναλλακτικών τρόπων ανάπτυξης με την παροχή κινήτρων σε ντόπιους για επενδύσεις. «Δεν πρέπει να καταστρέψουμε τον τουρισμό, απλά να τον οριοθετήσουμε», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι κάθε χρόνο ο τουρισμός σπάει κάθε ρεκόρ, με αποτέλεσμα οι πόλεις της Κρήτης πλέον να έχουν διπλές λειτουργίες τη θερινή και την εαρινή περίοδο. «Κάποιες περιοχές, κυρίως τα κέντρα των ιστορικών πόλεων βάλλονται και προκαλούνται αντιδράσεις και από ντόπιους, οι οποίοι αισθάνονται ότι η πόλη έχει αποικιοποιηθεί. Τείνουμε οι πόλεις μας να έχουν διπλές λειτουργίες, άλλες στην θερινή περίοδο, όπου οι πόλεις προετοιμάζονται και λειτουργούν αποκλειστικά για να εξυπηρετήσουν τουριστικές υπηρεσίες ενώ το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μαραζώνουν. Αν μας ενδιαφέρει το Ρέθυμνο να παραμείνει φοιτητούπολη, πρέπει να σταματήσει ο αριθμός των φοιτητών που μένει στο Ρέθυμνο να μειώνεται, όπως παρατηρείται την τελευταία δεκαετία. Η κατοικία είναι κοινωνικό αγαθό και είναι κρίμα που μέσα από αυτές τις λογικές τουριστικοποίησης να λειτουργεί περισσότερο ως ένα μέσο προσφορισμού οικονομικών οφελών και είναι κρίμα γιατί αυτό αδυνατίζει και την κοινωνική συνοχή».
Η ανάπτυξη του τουρισμού σχετίζεται και με τα ποσοστά υλικής και κοινωνικής αποστέρησης, τα οποία, σύμφωνα με ευρήματα του εργαστηρίου, σε συνεργασία με το Παρατηρητήριο Επιχειρηματικότητας, τα ποσοστά αυτά στην Κρήτη παραμένουν υψηλά, ενώ ιδιαίτερα δυσμενής κατάσταση εντοπίζεται σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως τα μονομελή και μονογονεϊκά νοικοκυριά, τα ηλικιωμένα άτομα και τα παιδιά. Μάλιστα, στην Περιφέρεια Ρεθύμνου διαπιστώθηκαν λιγότεροι θύλακες αποστέρησης, ωστόσο αυτοί εντοπίζονταν κυρίως σε αγροτικές, νότιες περιοχές, που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα όπως χαμηλό εισόδημα, ηλικιακή γήρανση, περιορισμένη πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες και ανειδίκευτη εργασία.
«Με τον τουρισμό κάποιοι πλουτίζουν και ευημερούν, αλλά κάποιοι εκτοπίζονται, τα σπίτια ακριβαίνουν και είναι δυσεύρετα, οι τιμές των προϊόντων επίσης αυξάνονται και όλο αυτό έχει επιπτώσεις στα πιο φτωχά και ευάλωτα κοινωνικά στρώματα. Αυτό το βλέπουμε γιατί κάνουμε και έρευνες για την αποστέρηση στους αστικούς και αγροτικούς θύλακες της Κρήτης και βλέπουμε αυτές τις κοινωνικές αντιθέσεις», εξήγησε ο κ. Ζαϊμάκης.
Όσον αφορά τώρα τους άξονες στους οποίους πρέπει να κινηθεί η Κρήτη προκειμένου να απομακρυνθεί από αυτό το μοντέλο εξάρτησης από τον τουρισμό, ο κ. Ζαϊμάκης ανέφερε: «Πρέπει να δούμε και το ζήτημα της πολυεπίπεδης ανάπτυξης των κοινωνιών της Κρήτης, να δούμε πώς θα βοηθήσουμε τον αγροτικό και τον κτηνοτροφικό τομέα, που βρίσκεται σε κρίση. Τα μέτρα που πρέπει να εφαρμόσουμε δεν είναι και πάρα πολύ εύκολα, αλλά πρέπει να μπει ένας φραγμός στη μονοδιάστατη στροφή της κρητικής οικονομίας προς τον χώρο του τουρισμού. Θα πρέπει να βρούμε μέτρα και κίνητρα να ωθήσουμε νέους ανθρώπους να ασχοληθούν με άλλους παραγωγικούς τομείς, να βοηθήσουμε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες να μείνουν στις περιοχές τους, αντί να έρθουν επενδυτές, οι οποίοι παίρνουν τα σπίτια και αλλοιώνουν λίγο την ανθρωπογεωγραφία της περιοχής. Χρειάζεται ένας οργανωμένος σχεδιασμός, ο οποίος θα λάβει στα σοβαρά υπόψιν αυτές τις παρενέργειες που έχει ο μαζικός τουρισμός», σημείωσε.
rethnea.gr