ΗΧΗΡΗ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΕΝΟΣ ΚΕΝΤΡΟΥ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ
Από Ραφαέλα Κουτάντου

Γύπες στο φαράγγι της Αξού Μυλοποτάμου. Φώτο: Αντώνης Δαφέρμος
Δεν είναι λίγα τα περιστατικά που κάνουν τον γύρο του διαδικτύου τις τελευταίες μέρες με γύπες (όρνια ή πιο επιστημονικά gyps fulvus) να προσγειώνονται σε «ασυνήθιστα» μέρη όπως στη μέση κάποιου δρόμου ή ακόμα και σε ξαπλώστρα παραλίας, φανερά εξασθενημένοι και αδύναμοι να συνεχίσουν την πτήση τους. Πρόκειται για ένα φαινόμενο το οποίο δεν είναι τόσο ασυνήθιστο και μάλιστα όπως τόνισε μιλώντας στα «Ρ.Ν.» ο προϊστάμενος στο Τμήμα Προστασίας, Διοίκησης και Διαχείρισης Δασών και Δημοσίου Κατηγόρου της Διεύθυνσης Δασών νομού Ρεθύμνης, Νίκος Βολτυράκης, τα προηγούμενα χρόνια είχε λάβει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις με δύο και τρία περιστατικά να σημειώνονται ημερησίως κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, αγγίζοντας πέρυσι περίπου τα 45 συνολικά στον νομό, ενώ φέτος έχουν καταγραφεί περίπου δέκα. «Φέτος είναι λιγότερα σε σχέση με πέρυσι και πρόπερσι στον νομό», σχολιάζει χαρακτηριστικά.

Αν και οι εικόνες από τα επιβλητικά αυτά πουλιά που ξαποσταίνουν σε περιβάλλοντα που δεν τα έχουμε συνηθίσει ξαφνιάζουν και αφήνουν τον κόσμο εντυπωσιασμένο, πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα φαινόμενο το οποίο προκύπτει από συνδυαστικούς παράγοντες οι οποίοι δεν είναι και τόσο «παράξενοι». Όπως εξηγεί στα «Ρ.Ν.» η εξωτερική συνεργάτιδα του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, Καλλιόπη Μπαξεβάνη, τα περισσότερα από αυτά τα ζώα είναι «φετινά» πουλιά, δηλαδή νεαρά πτηνά τα οποία από τις αρχές Ιουλίου και έπειτα αφήνουν τις φωλιές τους και όντας αρχάρια τόσο στο κομμάτι του να ελίσσονται με άνεση στον χώρο, όσο και σε ό,τι έχει να κάνει με την ανθεκτικότητά τους απέναντι σε καιρικές συνθήκες σαν αυτές που σημειώθηκαν το τελευταίο διάστημα με τους ισχυρούς ανέμους, οδηγούνται συχνά στο να προσγειώνονται άτσαλα σε περιβάλλοντα «ασυνήθιστα». Από την άλλη, σύμφωνα με την κ. Μπαξεβάνη σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο τρόπος που αυτά τα όρνια αναζητούν τροφή και νερό. Συγκεκριμένα, όπως εξηγεί οι γύπες πάντα το κάνουν αυτό σε ομάδες, και όχι ατομικά, πράγμα που σημαίνει ότι τρέφονται ιεραρχικά με αποτέλεσμα συχνά τα πιο «νεούδια» να μένουν νηστικά για μέρες, οπότε και οδηγούνται στην εξάντληση, ενώ η απειρία τους στην αναζήτηση νερού φέρει το ίδιο αποτέλεσμα. Αναλυτικά η κ. Μπαξεβάνη εξηγεί: «Τα περισσότερα από αυτά τα ζώα είναι φετινά πουλιά δηλαδή φετινές γέννες που αφήνουν τώρα τις φωλιές. Νεοσσοί δηλαδή που έχουν πτερωθεί και αφήνουν τώρα τις φωλιές από αρχές Ιουλίου και μετά. Αυτά τα νεαρά πουλιά είναι καταρχήν σχετικά άπειρα, πρέπει να μάθουν να ελίσσονται στον χώρο, να μάθουν να βρίσκουν τροφή και να βρίσκουν και νερό και να είναι δυναμωμένα αρκετά ούτως ώστε να αντιμετωπίζουν αντίξοες συνθήκες όπως είναι οι ισχυροί άνεμοι των τελευταίων ημερών. Επειδή επίσης αυτά τα πουλιά είναι αποικιακά δηλαδή ζουν σε αποικίες δεν είναι ένα πουλί μόνο του, πετάνε πολλά μαζί και κατά τον ίδιο τρόπο τρέφονται κιόλας. Δηλαδή κατεβαίνουν όλοι μαζί να φάνε όταν βρουν φαγητό δηλαδή πτώματα από τα νεκρά ζώα, κυρίως κατσίκια, πρόβατα κ.λπ. Δεν τρώνε ζωντανά ούτε κυνηγάνε. Όταν λοιπόν κατεβαίνουν για να φάνε τα πρώτα πουλιά που τρώνε είναι κυρίως τα αρσενικά, τα κυρίαρχα που λέμε. Και μετά τα λιγότερο κυρίαρχα, τα θηλυκά τα μεγάλα και τα μικρά. Αν το πουλί τώρα είναι πολύ μικρό και άμαθο και άπειρο θα φάει τελευταίο και μπορεί να μην βρει και να φάει. Αυτό σημαίνει ότι μερικές φορές μπορεί να μείνει νηστικό και κάποιες μέρες παραπάνω από ό,τι πρέπει, πράγμα που το εξασθενεί. Το ίδιο συμβαίνει και για το νερό. Μέσα στην απειρία μπορεί να μην εντοπίσει πηγές νερού για να κατέβει να πιεί. Εξασθενεί και από εκεί και μετά κάποια στιγμή είναι αυτονόητο ότι θα προσγειωθεί λίγο ανώμαλα οπουδήποτε. Αυτό που βλέπουμε δηλαδή στους δρόμους μπορεί να είναι το μισό από αυτό που πέφτει στα βουνά που δεν το βλέπουμε».
Έτσι, σύμφωνα με την ίδια, το φαινόμενο αυτό θα συνεχίσουμε να το συναντάμε τουλάχιστον μέχρι Σεπτέμβρη – Οκτώβρη, δηλαδή για όσο οι ζέστες, η ξηρασία και η ανομβρία συνεχιστούν. Μάλιστα όπως επισημαίνει η κ. Μπαξεβάνη πέρυσι, με την παρατεταμένη ξηρασία που σημειώθηκε, τέτοια περιστατικά συνέβαιναν μέχρι και τον Δεκέμβριο. «Αν φέτος βελτιωθούν οι καιρικές συνθήκες κάποια στιγμή τον Οκτώβριο, θα αρχίσουν να μειώνονται σταδιακά νωρίτερα», σχολιάζει η ίδια.

Ο μεγαλύτερος πληθυσμός στην Ευρώπη – Σοβαρή η απουσία Κέντρου Περίθαλψης στην Κρήτη
Οι γύπες στο νησί αποτελούν, σύμφωνα με την εξωτερική συνεργάτιδα του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, τον μεγαλύτερο νησιωτικό πληθυσμό αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη και κατά συνέπεια στην Ελλάδα. Μάλιστα στην ηπειρωτική χώρα και στη Μακεδονία κινδυνεύουν από αφανισμό.
Με τις ανάγκες να είναι επομένως και για αυτόν τον λόγο αυξημένες, η κ. Μπαξεβάνη εξηγεί ότι παρότι υπάρχει ένα μεγάλο δίκτυο εθελοντών και επίσημων φορέων που συνεργάζονται για την προστασία της άγριας ζωής και των γυπών στην Κρήτη, καθώς και για την παροχή πρώτων βοηθειών, η απουσία ενός Κέντρου Περίθαλψης στο νησί είναι ένα μεγάλο σοβαρό πρόβλημα.
Έτσι, όταν ένας πολίτης βρεθεί αντιμέτωπος με ένα περιστατικό σαν αυτό των εξασθενημένων γυπών τότε οφείλει να καλέσει την αρμόδια δασική υπηρεσία. Αυτές με τη σειρά τους θα φροντίσουν για λίγο το ζώο και εφόσον ανακάμψει απελευθερώνεται ειδάλλως θα σταλθεί είτε στην Πάρο στην «Αλκυόνη» που είναι ο Σύλλογος Περίθαλψης και Προστασίας Άγριων Ζώων είτε στην Αθήνα στον Σύλλογο Προστασίας και Περίθαλψης Άγριας Ζωής «ΑΝΙΜΑ». Επιπλέον, πολλά περιστατικά για πρώτες βοήθειες στέλνονται και στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στον Σταθμό Πρώτων Βοηθειών που λειτουργεί το Μουσείο σχεδόν από το 2000.
«Τα ζώα όταν εντοπιστούν μας τα φέρνουν στο Ηράκλειο διότι δεν υπάρχει μηχανισμός περισυλλογής των ζώων των τραυματισμένων όπως δεν υπάρχει και Κέντρο Περίθαλψης στην Κρήτη που είναι ένα σοβαρό πρόβλημα, καθότι η Κρήτη είναι ένα μεγάλο νησί, έχει μεγάλη βιοποικιλότητα, πολλούς καλούς πληθυσμούς άγριας πανίδας και άρα πολλά περιστατικά τραυματισμών, εξαντλημένων ζώων, όχι μόνο γυπών.Επίσης, είμαστε πάνω στη μετανάστευση δηλαδή σημείο από το οποίο διέρχονται μεγάλοι αριθμοί πουλιών μεταναστευτικών οπότε τα περιστατικά είναι πάρα πολλά. Μιλάμε για πάνω 400 ζώα που περνάνε από εδώ όλο τον χρόνο και για πρώτες βοήθειες και προωθούνται στην Αθήνα. Κατά την άποψη του Μουσείου λείπει ένας Κέντρο Περίθαλψης στην Κρήτη και κάνει μεγάλες προσπάθειες για αυτό αλλά το Μουσείο το οποίο είναι εργαστήριο του ΠΚ του Τμήματος Βιολογίας της Σχολής Θετικών Επιστημών. Είναι δηλαδή πανεπιστημιακό ίδρυμα, είναι εκπαιδευτικός ο ρόλος του ως εκ τούτου δεν έχει τη δικαιοδοσία και δεν μπορεί να υποστηρίξει μια τέτοια υπηρεσία που χρειάζεται μια μόνιμη στελέχωση με κτηνιάτρους κ.λπ., εγκαταστάσεις κ.ά. Γίνονται προσπάθειες και με την ΑΝΙΜΑ και κάποιους φορείς εδώ στην Κρήτη και Δασικές Υπηρεσίες, μήπως μπορέσουμε να ιδρυθεί ένας τέτοιος θεσμός, μια τέτοια υποδομή», εξηγεί η κ. Μπαξεβάνη.
Σημειώνεται μάλιστα πως η μεταφορά προς το Ηράκλειο γίνεται δωρεάν από το ΚΤΕΛ ενώ οι μεταφορές των ζώων προς την Αθήνα, όπως τονίζει η ίδια, γίνονται επίσης δωρεάν από τις ακτοπλοϊκές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο νησί. «Είναι ένα μεγάλο δίκτυο για την προστασία της άγριας ζωής που έχει δημιουργηθεί.Έχει γίνει πάρα πολλή δουλειά όλα αυτά τα χρόνια και από μέρους μας και από όλο τον κόσμο», επισημαίνει η κ. Μπαξεβάνη.
Οι μεγαλύτερες απειλές της άγριας ζωής στην Κρήτη
Οι μεγαλύτερες απειλές για την άγρια ζωή στην Κρήτη προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα, σύμφωνα με την κ. Μπαξεβάνη. Αν εξαιρέσει κανείς τα φυσικά αίτια όπως είναι οι ασθένειες, οι τραυματισμοί, ο ανταγωνισμός μεταξύ των ζώων κ.λπ., η επέκταση του οδικού δικτύου, η εξάπλωση των τουριστικών υποδομών και των έργων (όπως τα αιολικά πάρκα στις κορυφές των βουνών), περιορίζουν τον ζωτικό χώρο των ζώων και καταστρέφουν τα φυσικά τους καταφύγια. Παράλληλα, η υπερκατανάλωση των φυσικών πόρων όπως του νερού εξαντλεί τον υδροφόρο ορίζοντα, στερώντας από τα ζώα απαραίτητους πόρους για την επιβίωσή τους. «Τα προβλήματα έχουν διογκωθεί πάρα πολύ και πιέζουν τον ζωτικό χώρο των ζώων. Όλων των ζώων. Με όλες μας τις δραστηριότητες. Από τον αυτοκινητόδρομο που αναπτύσσεται παντού και γενικά οι δρόμοι μας είναι τεράστιο το οδικό δίκτυο στην Κρήτη ειδικά που φτάνει στην πιο «περίεργη» απομονωμένη περιοχή, δίπλα σε φωλιές, πάνω από φαράγγια, μέσα σε φαράγγια, δίπλα σε σπήλαια, παντού. Σαφώς πιέζει τα ζώα που ζουν εκεί. Γιατί δεν είναι ότι κάνεις μόνο την καταστροφή με τον δρόμο, δίνεται η δυνατότητα στον άνθρωπο να πλησιάσει πιο κοντά εκεί που δεν θα έπρεπε. Στους χώρους που ζουν τα ζώα, τρέφονται, κάνουν τις φωλιές τους, κυνηγάνε. Είμαστε παντού. Λένε ας πούμε ότι τα πουλιά πάνε στις παραλίες. Ε ναι μα όλες οι παραλίες πλέον είναι καλυμμένες από ομπρέλες. Ή στα μπαλκόνια στα εξοχικά μας. Ε ναι μα τα εξοχικά μας είναι παντού, στα βουνά, στις παραλίες, παντού. Που δεν είμαστε ας πούμε; Ή οι υποδομές οι μεγάλες, τα ξενοδοχεία, τα αεροδρόμια τώρα, οι ΑΠΕ στις κορυφές εκεί που πετάνε τα ζώα όπου δεν του κόβεις έτσι απλώς τον δρόμο που κινείται αιώνες αναζητώντας το φαγητό του, ουσιαστικά του βάζεις εμπόδια στον δρόμο και το σκοτώνεις. Και βέβαια εννοείται απομυζούμε τους πόρους του νησιού. Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν επιφανειακά νερά και ότι δεν υπάρχουν πλέον φυσικές πηγές, δεν οφείλεται μόνο στην κλιματική αλλαγή. Δεν έχουμε αφήσει φυσικές πηγές. Άρα τους στερείς ένα ζωτικό πόρο όπως είναι το νερό. Με το φαγητό τόσο στην Κρήτη δεν υπάρχει πρόβλημα για τα όρνια γιατί έχουμε εκτατική κτηνοτροφία. Βρίσκουν πτώματα. Απλά επειδή έχει αυξηθεί ο πληθυσμός τους ίσως αυτό δεν είναι ίσως αρκετό».
Σε αυτό το κομμάτι τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εύρεση νερού και φαγητού πάντως το Μουσείο και άλλοι επίσημοι φορείς και εθελοντές εργάζονται και προσπαθούν να βοηθήσουν. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την κ. Μπαξεβάνη υπάρχουν ειδικοί χώροι με ταΐστρες και ποτίστρες στην Κρήτη για την ενίσχυση και προστασία των αρπακτικών πτηνών, όπως τα όρνια.