• Η αλόγιστη χρήση των βιολογικών φυτοπροστατευτικών απειλεί τις βάσεις της ολοκληρωμένης φυτοπροστασίας • Οι ερευνητές ζητούν συστηματικές δειγματοληψίες και ειδικά όρια επέμβασης, ώστε ο βιολογικός έλεγχος να παραμείνει αποτελεσματικός και βιώσιμος
Η βιολογική καταπολέμηση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της σύγχρονης γεωργίας και έναν από τους βασικούς πυλώνες της Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Εχθρών (IPM). Ωστόσο, η εφαρμογή βιολογικών παραγόντων με προγραμματισμένες και επαναλαμβανόμενες εφαρμογές, χωρίς προηγούμενη παρακολούθηση των πληθυσμών των εχθρών και χωρίς σαφή όρια επέμβασης, μπορεί να οδηγήσει σε ένα παράδοξο αποτέλεσμα: να επαναληφθούν τα ίδια προβλήματα που προκάλεσε ιστορικά η υπερβολική χρήση χημικών εντομοκτόνων.
Αυτό είναι το βασικό μήνυμα ομάδας ερευνητών από την Embrapa, το Esalq, το Guizhou University και το Oregon State University, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο βιολογικός έλεγχος πρέπει να εφαρμόζεται μέσα στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης φυτοπροστασίας και να βασίζεται σε δεδομένα, παρακολούθηση και τεκμηριωμένες αποφάσεις.
Η βιολογική καταπολέμηση κερδίζει έδαφος
Οι επιστήμονες αναγνωρίζουν τα σημαντικά οφέλη που έχει προσφέρει η χρήση βιολογικών παραγόντων στη γεωργία και χαρακτηρίζουν τον βιολογικό έλεγχο ως έναν από τους τεχνικούς πυλώνες της ολοκληρωμένης διαχείρισης εχθρών.
Παράλληλα, η παγκόσμια αγορά βιολογικών λύσεων φυτοπροστασίας αναπτύσσεται με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι ερευνητές, η αγορά κατέγραφε ετήσια ανάπτυξη άνω του 15% και είχε φτάσει τα 3,3 δισ. δολάρια το 2017.
Οι προβλέψεις που αναφέρονται στη μελέτη τοποθετούν την αξία της αγοράς πάνω από τα 13 δισ. δολάρια το 2027, ενώ πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις κάνουν λόγο ακόμη και για 49 δισ. δολάρια το 2032.
Η δυναμική αυτή δείχνει ότι τα βιολογικά μέσα αναμένεται να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία τα επόμενα χρόνια. Μαζί όμως με την ανάπτυξη της αγοράς αυξάνεται και η ανάγκη για σωστή και επιστημονικά τεκμηριωμένη χρήση.
Από την υπερβολική χρήση εντομοκτόνων στην υπερβολική χρήση βιολογικών παραγόντων
Η ανάπτυξη των βιολογικών λύσεων συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης από τα συνθετικά εντομοκτόνα.
Τα χημικά φυτοπροστατευτικά εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό εργαλείο για την προστασία των καλλιεργειών και μπορούν να προσφέρουν αποτελεσματικό έλεγχο σε πολλές περιπτώσεις. Η υπερβολική ή επαναλαμβανόμενη χρήση τους, όμως, μπορεί να επιταχύνει την εμφάνιση ανθεκτικών πληθυσμών εχθρών και να προκαλέσει εξάρσεις δευτερευόντων εχθρών.
Η Ολοκληρωμένη Διαχείριση Εχθρών αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό ως απάντηση σε αυτά τα προβλήματα.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, προγράμματα ολοκληρωμένης διαχείρισης έχουν καταφέρει να μειώσουν τη χρήση εντομοκτόνων στα γεωργικά συστήματα κατά περισσότερο από 70%.
Παρόλα αυτά, η υιοθέτηση της IPM παραμένει χαμηλότερη από τις δυνατότητές της.
Γιατί η IPM δεν εφαρμόζεται όσο θα μπορούσε
Οι επιστήμονες εντοπίζουν αρκετά εμπόδια στην ευρύτερη εφαρμογή της ολοκληρωμένης διαχείρισης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού για την παρακολούθηση των καλλιεργειών και τη λήψη αποφάσεων, ο φόβος των παραγωγών ότι μια καθυστερημένη επέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε απώλειες παραγωγής, αλλά και η επιχειρησιακή ευκολία που προσφέρει το μοντέλο των προγραμματισμένων ψεκασμών.
Η τελευταία παράμετρος είναι ιδιαίτερα σημαντική. Ένας προγραμματισμένος ψεκασμός είναι εύκολο να ενταχθεί σε ένα ημερολόγιο εργασιών. Η λήψη απόφασης, αντίθετα, μετά από δειγματοληψία και αξιολόγηση του πληθυσμού ενός εχθρού απαιτεί περισσότερο χρόνο, γνώση και εξειδίκευση.
Ο βιολογικός έλεγχος δεν σημαίνει «εφαρμογή χωρίς όριο»
Η εξάπλωση του βιολογικού ελέγχου προσφέρει μια σημαντική εναλλακτική λύση, αλλά δεν καταργεί την ανάγκη για σωστή λήψη αποφάσεων.
Οι ερευνητές εκφράζουν προβληματισμό για τις επαναλαμβανόμενες εξαπολύσεις ή εφαρμογές βιολογικών παραγόντων σε όλη τη διάρκεια του καλλιεργητικού κύκλου, όταν αυτές πραγματοποιούνται χωρίς προηγούμενη παρακολούθηση και χωρίς καθορισμένο όριο επέμβασης.
Μια τέτοια πρακτική μπορεί να αυξήσει το κόστος παραγωγής λόγω περιττών εφαρμογών, ενώ παράλληλα η υπερβολική χρήση φυσικών εχθρών μπορεί να έχει ανεπιθύμητες οικολογικές συνέπειες.
Το γεγονός ότι ένα προϊόν ή ένας οργανισμός χαρακτηρίζεται ως «βιολογικός» δεν σημαίνει ότι μπορεί να χρησιμοποιείται ανεξέλεγκτα.
Παραδείγματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βραζιλία
Οι ερευνητές αναφέρουν χαρακτηριστικά παραδείγματα πιθανών επιπτώσεων από την υπερβολική χρήση ή απελευθέρωση φυσικών εχθρών.
Ένα από αυτά αφορά το Coccinella septempunctata, ένα είδος πασχαλίτσας του οποίου οι απελευθερώσεις έχουν συσχετιστεί με μείωση πληθυσμών αυτόχθονων πασχαλίτσων στις Μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ, λόγω ανταγωνισμού για τον διαθέσιμο βιότοπο.
Ένα δεύτερο παράδειγμα προέρχεται από τις καλλιέργειες ζαχαροκάλαμου στη Βραζιλία. Συχνές και μαζικές απελευθερώσεις του Cotesia flavipes, για την αντιμετώπιση του εντόμου Diatraea saccharalis, έχουν συσχετιστεί με σημαντική μείωση πληθυσμών αυτόχθονων παρασιτοειδών της οικογένειας Tachinidae.
Τα παραδείγματα αυτά δεν σημαίνουν ότι ο βιολογικός έλεγχος είναι προβληματικός. Αντίθετα, σύμφωνα με τους ερευνητές, αναδεικνύουν την ανάγκη να εφαρμόζεται με συγκεκριμένους κανόνες και να λαμβάνει υπόψη το οικοσύστημα στο οποίο εισάγεται.
Ανησυχία και για τις γενετικές επιπτώσεις
Ένα ακόμη ζήτημα που θέτει η επιστημονική ομάδα αφορά τις μόνιμες, ή «resident», populations φυσικών εχθρών που υπάρχουν ήδη σε μια περιοχή.
Η υπερβολική εισαγωγή ή απελευθέρωση οργανισμών μπορεί, σύμφωνα με τους ερευνητές, να επηρεάσει ακόμη και τη γενετική δομή των τοπικών πληθυσμών.
Οι κίνδυνοι αυτοί δεν αναιρούν τα σημαντικά οφέλη του ενισχυτικού βιολογικού ελέγχου. Αντίθετα, υπογραμμίζουν την ανάγκη να συνδυάζεται με στρατηγικές διατήρησης των φυσικών εχθρών που υπάρχουν ήδη στην καλλιέργεια και στο ευρύτερο αγροοικοσύστημα.
Κάθε βιολογικός παράγοντας χρειάζεται τα δικά του όρια επέμβασης
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η έννοια του οικονομικού ορίου επέμβασης.
Μια μέθοδος καταπολέμησης θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν ο πληθυσμός ενός εχθρού φτάνει ή ξεπερνά ένα επίπεδο στο οποίο η επέμβαση δικαιολογείται οικονομικά.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ότι τα όρια που έχουν αναπτυχθεί για τα χημικά εντομοκτόνα δεν μπορούν απλώς να μεταφερθούν αυτούσια στον βιολογικό έλεγχο.
Οι βιολογικοί παράγοντες λειτουργούν διαφορετικά. Έχουν διαφορετικούς χρόνους δράσης, διαφορετική δυναμική πληθυσμών και διαφορετική σχέση με το περιβάλλον. Επομένως, χρειάζονται δικά τους, ειδικά όρια επέμβασης.
Ανάγκη για περισσότερη έρευνα
Οι ερευνητές θεωρούν ότι σήμερα δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα για τον καθορισμό οικονομικών ορίων σε πολλούς βιολογικούς παράγοντες.
Για τον λόγο αυτό προτείνουν να δοθεί προτεραιότητα στην έρευνα για την ανάπτυξη συγκεκριμένων ορίων επέμβασης για κάθε σημαντικό βιολογικό εργαλείο.
Η ύπαρξη τέτοιων παραμέτρων θα επέτρεπε στους παραγωγούς και τους γεωπόνους να γνωρίζουν πότε πραγματικά χρειάζεται να γίνει μια απελευθέρωση ή εφαρμογή, περιορίζοντας τις περιττές επεμβάσεις και διατηρώντας την αποτελεσματικότητα της τεχνολογίας σε βάθος χρόνου.
Η «Σιωπηλή Άνοιξη» παραμένει επίκαιρη
Η συζήτηση παραπέμπει σε ένα μάθημα που η γεωργία γνωρίζει εδώ και δεκαετίες.
Το 1962, η Αμερικανίδα βιολόγος Rachel Carson δημοσίευσε το κλασικό έργο Silent Spring, αναδεικνύοντας τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της αλόγιστης χρήσης φυτοφαρμάκων.
Έξι και πλέον δεκαετίες αργότερα, το βασικό δίδαγμα παραμένει επίκαιρο: η αντικατάσταση ενός εργαλείου με ένα άλλο δεν λύνει από μόνη της τα προβλήματα που δημιουργεί η επαναλαμβανόμενη και αδιάκριτη χρήση.
Για τους ερευνητές, η πραγματικά βιώσιμη φυτοπροστασία απαιτεί ισορροπημένο συνδυασμό στρατηγικών και τακτικών, με τις αποφάσεις να βασίζονται στην παρακολούθηση των πληθυσμών των εχθρών και στην πραγματική ανάγκη για επέμβαση.
Το μήνυμα για τους παραγωγούς
Η βιολογική φυτοπροστασία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα νέο «προγραμματισμένο ψεκασμό» που απλώς αντικαθιστά ένα χημικό προϊόν.
Η ουσία της ολοκληρωμένης διαχείρισης βρίσκεται στη σωστή διάγνωση, τη δειγματοληψία, την παρακολούθηση και την έγκαιρη λήψη τεκμηριωμένης απόφασης.
Για τον παραγωγό αυτό σημαίνει ότι η επιλογή ενός βιολογικού παράγοντα πρέπει να εντάσσεται σε ένα συνολικό πρόγραμμα φυτοπροστασίας και να συνδέεται με συγκεκριμένα δεδομένα για τον πληθυσμό του εχθρού, τις συνθήκες της καλλιέργειας και το οικονομικό κόστος της επέμβασης.
Η μεγάλη ανάπτυξη της αγοράς βιολογικών λύσεων δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για μια πιο βιώσιμη γεωργία. Η πρόκληση, όμως, είναι η τεχνολογία αυτή να χρησιμοποιηθεί με τον ίδιο επιστημονικό και ορθολογικό τρόπο που απαιτείται για κάθε εργαλείο φυτοπροστασίας.
- Με πληροφορίες από revistacultivar.com
Thessalikigi.gr