Η απάντηση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων στην κοινοβουλευτική μου ερώτηση για την ασφυκτική κατάσταση που βιώνουν οι κτηνοτρόφοι της Ξάνθης, μετά τα κρούσματα ευλογιάς των αιγοπροβάτων, αποτελεί ακόμη μία απόδειξη ότι η κυβέρνηση αδυνατεί – ή δεν επιθυμεί – να δώσει ουσιαστικές λύσεις στα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα.
Από τα επτά συγκεκριμένα ερωτήματα που έθεσα, το Υπουργείο απέφυγε να απαντήσει σχεδόν σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα, επιλέγοντας να παραθέσει γενικές αναφορές στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και αποσπασματικά στοιχεία για ήδη καταβληθείσες αποζημιώσεις.
Το μόνο που ουσιαστικά ανακοίνωσε είναι ότι δεν υπάρχει κανένας χρονικός ορίζοντας για την ανασύσταση των κοπαδιών, καθώς εξακολουθεί να ισχύει η σχετική ευρωπαϊκή απαγόρευση. Δηλαδή, η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται ότι εκατοντάδες κτηνοτρόφοι παραμένουν εγκλωβισμένοι, χωρίς παραγωγή, χωρίς εισόδημα και χωρίς να γνωρίζουν πότε θα μπορέσουν να επιστρέψουν στη δουλειά τους.
Την ίδια στιγμή, δεν παρουσιάζει ούτε ένα μέτρο για το πώς θα επιβιώσουν αυτοί οι άνθρωποι μέχρι τότε, καθώς δεν απάντησε πότε θα ολοκληρωθεί η καταβολή όλων των εκκρεμών αποζημιώσεων, ούτε ανακοίνωσε κανένα πρόγραμμα οικονομικής στήριξης για το διάστημα που οι κτηνοτρόφοι παραμένουν χωρίς παραγωγική δραστηριότητα, ενώ δεν παρουσίασε κανένα σχέδιο για να αποτραπεί η εγκατάλειψη της κτηνοτροφίας και η ερήμωση της υπαίθρου.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η στάση του Υπουργείου στο ζήτημα των συνδεδεμένων ενισχύσεων και της αναγνώρισης της ανωτέρας βίας.
Στην κοινοβουλευτική μου ερώτηση ζητήθηκε να απαντήσει γιατί κτηνοτρόφοι που υποχρεώθηκαν, με εντολή της ίδιας της Πολιτείας, να θανατώσουν τα κοπάδια τους, βρέθηκαν εκτός συνδεδεμένων ενισχύσεων, παρά τις διαβεβαιώσεις ότι δεν θα υποστούν οικονομική ζημία.
Αντί να αναλάβει την πολιτική ευθύνη και να δεσμευθεί ότι κανένας πληγέντας παραγωγός δεν θα χάσει τις ενισχύσεις που δικαιούται, ο Υπουργός αρκείται να επικαλείται τους κανόνες του Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ, υποστηρίζοντας ότι κάθε περίπτωση εξετάζεται ξεχωριστά.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση μεταθέτει το βάρος στους ίδιους τους κτηνοτρόφους, οι οποίοι καλούνται να αποδείξουν, ένας προς έναν, ότι δικαιούνται να μην τιμωρηθούν οικονομικά για μια καταστροφή που δεν προκάλεσαν οι ίδιοι, αλλά αντιμετώπισαν εφαρμόζοντας υποχρεωτικά κρατικά υγειονομικά μέτρα.
Το γεγονός ότι το Υπουργείο επικαλείται μόνο τον αριθμό των αιτήσεων ανωτέρας βίας που εγκρίθηκαν δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: Τι θα γίνει με όσους αποκλείστηκαν από τις συνδεδεμένες ενισχύσεις; Πώς θα αποκατασταθεί η αδικία για τους παραγωγούς που έχασαν το ζωικό τους κεφάλαιο με ευθύνη των υγειονομικών μέτρων και όχι από δική τους υπαιτιότητα;
Την ώρα που οι κτηνοτρόφοι της Ξάνθης και όλης της χώρας χρειάζονται πολιτικές αποφάσεις, συγκεκριμένο σχέδιο, σαφές χρονοδιάγραμμα και πραγματική στήριξη, η κυβέρνηση τους ζητά να κάνουν υπομονή επ’ αόριστον, χωρίς να τους εξασφαλίζει ούτε εισόδημα ούτε προοπτική.
Σε ότι με αφορά, θα συνεχίσω να αναδεικνύω τα προβλήματά τους και να διεκδικώ από την κυβέρνηση αυτά που αυτονόητα δικαιούνται: πλήρεις αποζημιώσεις, διασφάλιση των ενισχύσεων, στήριξη του εισοδήματος και ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την επανεκκίνηση της κτηνοτροφίας στην Ξάνθη και σε ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία & Θράκη.