Της Ξανθής Γούναρη
Όταν τον Ιούνιο του 2021 άρχισε να «τσιμπάει» ο πληθωρισμός των τροφίμων λίγοι φανταζόταν ότι τέσσερα χρόνια αργότερα το μοσχάρι, όπως και το ελαιόλαδο, από βασικά αγαθά που μετατρέπονταν σε είδη πολυτελείας.
Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ στο διάστημα αυτό η τιμή στο μοσχάρι έχει εκτιναχθεί 54,6%, καταγράφοντας την υψηλότερη αύξηση μεταξύ όλων των κατηγοριών κρεάτων.
Μόνο τον Σεπτέμβριο σημειώθηκαν, σε μεγάλη βάση, σημαντικές ανατιμήσεις κρέατα, που είναι στο 8,4%, ενώ, σε σύγκριση, υπάρχουν νέες αυξήσεις τιμών σε μοσχάρι (2%), αρνί και κατσίκι (2,8%).
Στα σούπερ μάρκετ, η τιμή του μοσχαρίσιου κρέας κυμαίνεται από 11,89 έως 22,90 ευρώ το κιλό, ανάλογα με το τμήμα του ζωού την ηλικία και την προέλευσή του. Στα παραδοσιακά κρεοπωλεία, οι τιμές κινούνται μεταξύ 14-23 ευρώ. Και η ανηφόρα δεν πρόκειται να σταματήσει.
Όπως τόνισε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Νιτσιάκος, Κώστας Νιτσιάκος, «πέρυσι αγόρασε 3,80 ευρώ το μοσχάρι από τη Γαλλία σε ζωντανή ζωή και φέτος το αγοράζουμε 6,50 ευρώ το κιλό». Η αύξηση της τάξης του 71% μέσα σε έναν χρόνο μεταφράζεται άμεσα σε πληθωρισμό στο ράφι. «Τα μηνύματα που έχουμε από τους γαλλικούς συνεταιρισμούς με τους οποίους συνεργαζόμαστε είναι πως δεν υπάρχει οροφή», προειδοποίησε, ενώ σημείωσε ότι σε λίγους μήνες ο μοσχαρίσιος κιμάς θα φτάσει τα 20 ευρώ το κιλό.
Αυτή τη στιγμή ο βόειος κιμάς από λάπα, δηλαδή ο φθηνότερος από εισαγόμενο νεαρό μοσχάρι, πωλείται στο σούπερ μάρκετ από 11,89 ευρώ το κιλό. Ωστόσο σε αρκετά κρεοπωλεία οι τιμές του κιμά από ποιοτικό ελληνικό βόειο κρέας, ή premium εισαγόμενο φτάνει κοντά στο “ορόσημο” των 20 ευρώ.
Η πραγματικότητα είναι ότι μόλις το 10% της κατανάλωσης βόειου κρέας στην Ελλάδα καλύπτεται από εγχώρια παραγωγή. Το υπόλοιπο 90% εισάγεται κυρίως από τη Γαλλία, την Ολλανδία, τη Γερμανία και την Πολωνία καθιστώντας τη χώρα απόλυτα εξαρτημένη από τις διεθνείς τάσεις.
Το αρνί και το κατσίκι με άλμα 43,3%
Η δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στο αρνίσιο και κατσικίσιο κρέας, καθώς από τον Ιούνιο του 2021 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025 παρουσιάζει άνοδο 43,3%. Η αύξηση αυτή είναι ιδιαίτερα αισθητή κατά τις περιόδους των γιορτών, όταν η ζήτηση για αρνητικά παραδοσιακά εκτινάσσεται. Αξίζει να σημειωθεί ότι το αρνί και το κατσίκι έχουν την υψηλότερη τιμή μεταξύ όλων των κατηγοριών κρεάτων.
Η επιδεικνύεται από την επιδημία ευλογίας των προβάτων που πλήττει τα κοπάδια, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για πρόσθετες αυξήσεις της τάξης του 15-20% ενόψει των γιορτών, καθώς η χώρα θα επιδιώξει να καλύψει τις ανάγκες μέσω εισαγωγών για να αποφευχθεί εκρηκτική κατάσταση στις τιμές.
Το χοιρινό ακρίβυνε 37,9%
Το χοιρινό κρέας, παραδοσιακά πιο προσιτό από το μοσχάρι, κατέγραψε επίσης σημαντική αύξηση. Στο διάστημα της πληθωριστικής κρίσης έχει σημειώσει άνοδο 37,9%. Η αύξηση αυτή κατέστη πιο έντονη από το 2022 και μετά, καθώς οι ευρωπαϊκοί κανόνες ευζωίας των ζώων και οι αυξήσεις στο κόστος επηρέασαν την προσφορά.
Το χοιρινό παραμένει η πιο οικονομική επιλογή για πολλές οικογένειες, ωστόσο η τιμή του έχει πλέον φτάσει σε επίπεδα που κάνουν και αυτό λιγότερο προσιτό. Ενδιαφέρον είναι το φαινόμενο που καταγράφεται στα κρεοπωλεία το τελευταίο διάστημα. Παρά την σχετικά χαμηλότερη τιμή του χοιρινού, η κατηγορία του κλάδου αναφέρει μία ανεξάρτητη μείωση της ζήτησης για αυτήν την κρέατη. Η χονδρική τιμή του χοιρινού παραμένει σχετικά σταθερή, αντίθετα με το μοσχάρι όπου μόνο μέσα στο 2024-2025 η χονδρική τιμή αυξήθηκε κατά 30%.
Στα πουλερικά η μικρότερη αύξηση
Τα πουλερικά, και ειδικά το κοτόπουλο, κατέγραψαν τη μικρότερη αύξηση μεταξύ των κατηγοριών κρεάτων, της τάξης του 26,8%.
Το κοτόπουλο λειτουργεί πλέον ως «καταφύγιο» για τους σκοπούς. Επαγγελματίες του κλάδου αναφέρουν τεράστια αύξηση της ζήτησης για πουλερικά καθώς οι οικογένειες στρέφονται σε πιο οικονομικές πηγές πρωτεΐνης. Η εγχώρια παραγωγή κοτόπουλου είναι η μόνη κατηγορία κρέας που παρουσιάζει θετικό πρόσημο.
Ωστόσο, και εδώ οι πιέσεις είναι έντονες. Η αύξηση του κόστους των ζωοτροφών, που περιέχουν καλαμπόκι και σόγια με τιμές που έχουν εκτιναχθεί διεθνώς, επηρεάζει την τελική τιμή. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από τα κρούσματα γρίπης των πτηνών που έπληξαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια, προκαλώντας διαταραχές στην προσφορά.
Αντέχει η κατανάλωση
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2024, η μέση μηνιαία δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για κρέας διαμορφώθηκε στα 76,11 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3% σε σχέση με το 2023 όταν ήταν στις 73.911 ευρώ. Το κρέας αποτελεί το 21,3% των συνολικών δαπανών διατροφής, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ όλων των κατηγοριών τροφίμων.
Πάντως και παρά τις αυξήσεις στις τιμές, η κατανάλωση κρέας δεν κατέρρευσε. Η μέση μηνιαία κατανάλωση σε ποσότητα ανήλθε στα 9.405,85 γραμμάρια το 2024, έναντι 9.371,62 γραμμαρίων το 2023, σημειώνοντας μικρή αύξηση της τάξης του 0,4%. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι οι αντέχουν προς το παρόν τις πιέσεις, μετατοπιζόμενοι όμως προς φθηνότερες επιλογές όπως τα πουλερικά, είτε αγοράζουν μικρότερες ποσότητες.
Ας σημειωθεί ότι η κατανάλωση κρέατος στη λιανική αγορά έπεσε κάτω από τους 500.000 τόνους ετησίως το 2023, για πρώτη φορά μετά το 2000, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι πιέσεις αρχίζουν να επηρεάζουν τις συνήθειες των καταναλωτών.
Μειώνεται η παραγωγή βόειου κρέας στην Ευρώπη
Η άνοδος των τιμών σε πολλαπλούς παράγοντες που προκαλούν μια “τέλεια καταιγίδα” για τον κλάδο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο της Πράσινης Συμφωνίας (Green Deal), έχει επιβάλει αυστηρότερους περιβαλλοντικούς κανονισμούς στην εκτροφή βοοειδών, με στόχο τη μείωση των εκπομπών του περιβάλλοντος.
Το αποτέλεσμα είναι δραματικό. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Επιτροπής, η παραγωγή βόειου κρέας στην ΕΕ27 στο οκτάμηνο του 2025 κατέρρευσε κατά 10,75% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024, υποχωρώντας στους 3.852 εκατ. τόνους από 4,316 εκατ. τόνους. Η Ελλάδα καταγράφει ακόμη μεγαλύτερη πτώση -13,7%, με την παραγωγή να περιορίζεται στους 19 χιλ. τόνους από 22 χιλ. τόνους, χάνοντας έδαφος ακόμη και σε σχέση με τον μέσο όρο.
Ωστόσο, η κατάσταση είναι εξίσου σοβαρή και στους μεγαλύτερους παραγωγούς βόειου κρέας της Ευρώπης. Η Γαλλία, κύρια πηγή εισαγωγών για την Ελλάδα, κατέγραψε μείωση 4%, η Ισπανία 3,3%, η Ιταλία 10,3%, ενώ δραματική είναι η εικόνα στη Γερμανία με πτώση 18%, η Πολωνία με 10%, η Ιρλανδία με 15,5% και η Ολλανδία με 20,6%.
Οι αιτίες της συρρίκνωσης συνδέονται με τη μείωση των κοπάδων, τις απώλειες και τη μειωμένη γονιμότητα λόγω της οζώδους δερματίτιδας (bluetongue), τους χαμηλότερους ρυθμούς σφαγών και τα ελαφρύτερα σφάγια. Η εμφάνιση κρουσμάτων οζώδους δερματίτιδας στη Γαλλία και την Ιταλία, καθώς και αφθώδους πυρετού στην Ουγγαρία και τη Σλοβακία, έχει δημιουργήσει πρόσθετα προβλήματα στην προσφορά, με μέτρα περιορισμούς και υποχρεωτικούς εμβολιασμούς να ανεβάσουν περαιτέρω το κόστος.
Παράλληλα, οι αυξημένες τιμές ζωοτροφών, ενέργειας, μεταφορών και το κόστος κανονιστικής συμμόρφωσης ανεβάζουν το κόστος εκτροφής και επεξεργασίας, το οποίο μετακυλίεται στις τελικές τιμές. Ταυτόχρονα, η απότομη αύξηση της ζήτησης από αγορές όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες χώρες που δεν καταναλώνουν χοιρινό για θρησκευτικούς λόγους, πιέζει προς τις πάνω από τις διεθνείς τιμές. Οι εξαγωγές βόειου κρέας της ΕΕ έχουν αυξηθεί σημαντικά, ιδίως προς την Τουρκία και την Αλγερία, ενώ η αύξηση των εισαγωγών παραμένει περιορισμένη.
Η συμφωνία της ΕΕ με τις χώρες της Mercosur για εισαγωγές φθηνού κρέατου από τη Νότια Αμερική δεν έχει αποφέρει τα αναμενόμενα, καθώς τα προϊόντα δεν πληρώνουν πάντα τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές ασφαλείας.